ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μου τη σπάει αφόρητα η κανονικότητα. Οχι όλες οι πτυχές της· να ’μαστε ξηγημένοι. Κάθε δεύτερη Πέμπτη, διαρκούσης της καραντίνας, διήνυα τη διαδρομή Γαλάτσι – Ρέντης προκειμένου να προμηθευτώ ολόφρεσκα κηπευτικά και φρούτα από κολλητό μπαξεβανολόγο, που καλλιεργεί γονιμότατα περιβόλια περί την εν Πειραιεί συνοικία. Μου ’παιρνε το πολύ μισή ωρίτσα πήγαιν’ – έλα με το αυτοκίνητο. Σε σκάρτο πεντάλεπτο από τις παρυφές του Αγχεσμού βρισκόμουν στον Κηφισό χαλαρά. Στο Ποτάμι το κοντέρ έγραφε εκατόν είκοσι κι είχα ελεύθερες τέσσερις λωρίδες μπροστά μου.

Παραδείσιο αστικό τοπίο οι άδειες οδοί της Αττικής. Ενόσω κόβαμε κουνουπίδια και μπρόκολα, μελιτζάνες και κολοκύθια, μαρούλια, κρεμμυδάκια και άνηθο, αναλύαμε τα παθοβολήματα του εγκλεισμού. Επειτα πίναμε κάτω απ’ τα σύδενδρα αγνό τσιπουράκι με μεζέ ωμή αγγινάρα και κάπαρη κι όταν στράγγιζε η καράφα, φιλιόμαστε σταυρωτά τρεις φορές σαν τους Σέρβους, χλευάζοντας σφόδρα τον Τσιόδρα και σηκώνοντας κάγκελο τα μαλλιά του Χαρδαλιά. Φχαριστιόμαστε φυσική ανθρώπινη επαφή, τόσο σπάνια τις θλιμμένες εκείνες μέρες. Στον γυρισμό έτρεχα με εκατόν τριάντα, ολομόναχος σχεδόν, ώς την έξοδο της Λιοσίων.

Ανυποψίαστος εντελώς, δοκίμασα να ξανακάνω προχθές τον ίδιο δρόμο. Αδειαζε, βλέπεις, το ψυγείο και μου ’λειπαν οι μεστές γεύσεις των προϊόντων του Γιάννη, αλλά πιο πολύ το μεταξύ μας φιλικό νταλαβέρι· να τα πούμε κομμάτι, βρε αδερφέ, σαν επιζήσαντες βετεράνοι στις μοναχικές μάχες του τηλεοπτικού πολέμου ενάντια στον κορονοϊό. Τρόμαξα ώσπου να βγω στην Εθνική. Κάθε φανάρι αναβόσβηνε τετράκις προτού το περάσω. Δεν βαριέσαι, παρηγοριόμουν, θα γκαζώσω μόλις φθάσω στην πλατιά αουτοστράντα, να ξεμουδιάσουμε επιτέλους το αμάξι κι εγώ. Τζίφος. Στον Κηφισό η κίνηση έρρεε με ρυθμό σημειωτόν. Το μαύρο σύννεφο προς το Περιστέρι, προμήνυε βροχή κρουνηδόν και το μποτιλιάρισμα γινόταν βαθμηδόν ανυπόφορο. «Γ@μώ την κ@νονικότητ@ μου μέσ@, γ@μώ», βλαστημούσα ασυγκράτητα σαλταρισμένος κάτω απ’ ζώνη ασφαλείας που πάντα φορώ. Στάθμευσα στον προορισμό μου αποκαμωμένος, έπειτα από μιάμιση ώρα, χωρίς διάθεση για το παραμικρό, παρότι είχε κοπάσει η μπόρα.

Ράγισε την καρδιά μου η επιστροφή του μπαξεβάνη στη ρουτίνα του. Ετοίμαζε απανωτές παραγγελίες και δεν προλάβαμε ν’ ανταλλάξουμε λέξη. Η καρμιριά και η πλεονεξία δεν συγκαταριθμούνται στα κουσούρια μου, μολαταύτα. Καθότι έχει και τα θετικά της η άρση των μέτρων. Ανοιξαν ευτυχώς τα καλά μαγαζιά. Με το που κλείνει η ύλη της εφημερίδας, κατά τις δώδεκα κάθε βράδυ, την κάνω ανυπερθέτως για τον «Ρούκουνα», το εκλεκτό μεζεδοπωλείο στην Αγίας Λαύρας, όπου συναντώ χαμένα φιλαράκια. Κι όταν με βγάζει ο δρόμος μου, πίνω τα ποτά μου στο πεζοδρόμιο του «Ορεβουάρ», μακαρίζοντας την ακανόνιστη κανονικότητα.