ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΕΙΩΝ 2020
Η φετινή Διεθνής Ημέρα Μουσείων επέλεξε το θέμα «Μουσεία για την Ισότητα: Ποικιλομορφία και Κοινωνική Συνοχή». «Τα μουσεία, ως οργανισμοί με κύρος και φορείς κοινωνικών αλλαγών και ανάπτυξης, αποδεικνύουν στις μέρες μας πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος τους, καθώς αποτελούν σημείο σύνδεσης των διαφόρων κοινοτήτων συμβάλλοντας στην κοινωνική συνοχή…» (Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων, ICOM).
Οι σύγχρονες κοινωνίες, που δοκιμάζονται από τη βιαιότητα του κοινωνικού τους μετασχηματισμού, καλούνται να διασφαλίσουν την ταυτότητα, την αρμονική συνύπαρξη και την ευημερία όλων των μελών τους, στόχος εξαιρετικά δύσκολος, όχι μόνο για την εποχή μας αλλά και διαχρονικά. Για να κερδηθεί αυτό το στοίχημα, τα δημοκρατικά έθνη-κράτη προσπαθούν να δράσουν ως εγγυητές της ισότητας, της ασφάλειας και της συνοχής της κοινωνίας, επιδιώκοντας να παρέχουν σε όλους πρόσβαση στα δημόσια αγαθά, με έμφαση στο αγαθό της Παιδείας, τυπικής και άτυπης, ως κατ’ εξοχήν μηχανισμού κοινωνικής κινητικότητας και προόδου αλλά και εργαλείου κατά των προκαταλήψεων και του κάθε είδους φυλετικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή θρησκευτικού ντετερμινισμού. Στις άτυπες μορφές παιδείας περιλαμβάνονται ακριβώς και τα μουσεία, με εξαιρετικά, συνήθως, αποτελέσματα.
Τα μουσεία είναι οι πλέον προνομιακοί χώροι που συνδυάζουν γνώση και συγκίνηση. Ζωντανεύουν τα «σπαράγματα» της ιστορίας, κάνοντας κατοικήσιμο το παρελθόν. Μοιράζονται έναν κόσμο εικόνων, σκέψεων και προθέσεων με τεκμηριωμένη γνώση, που εμποδίζει τον σφετερισμό και την εργαλειοποίηση του πνευματικού πλούτου των κοινωνιών από πολιτικές σκοπιμότητες. Προσκαλούν τους επισκέπτες να εμβαθύνουν τη γνώση και να εντείνουν τη συγκίνησή τους μπροστά στο μεγαλείο των ανθρώπινων επιτευγμάτων, κάποτε και της βαρβαρότητας. Να αισθανθούν ότι όχι μόνο εμπλουτίζουν την πεπερασμένη, βιολογικά, ζωή τους με αυτήν τη συμπυκνωμένη ιστορική εμπειρία που τους προσφέρεται αλλά και ότι η κοινωνία τους αναγνωρίζει ως ισότιμα μέλη της, εφόσον απευθύνεται, έμμεσα, και στις δικές τους μνήμες, αγωνίες και όνειρα, ατομικά και συλλογικά.
Ωστόσο, αυτοί οι υψηλοί στόχοι των μουσείων δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα χωρίς την κοινωνική ενέργεια των επισκεπτών/πολιτών που θα υιοθετήσουν, ιδανικά, μια αμφίδρομη σχέση, θα δώσουν δηλαδή νέα ζωή και λόγο ύπαρξης στις μουσειακές προτάσεις, αλλά ταυτόχρονα θα αντλήσουν από αυτά γνώση και φαντασία, και τα δύο εντελώς απαραίτητα για μια ζωή με νόημα.
Ποικιλομορφία. Είναι ο όρος-κλειδί του φετινού θέματος ο οποίος καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα εννοιών: ποικιλομορφία, πολυμορφία, πολυφωνία, διαφορετικότητα και ετερότητα, όλες με μεγάλο πολιτικό βάρος. Ανάλογα με την οπτική γωνία, ο όρος κατέληξε να σημαίνει άλλοτε τους «διαφορετικούς ανθρώπους» άλλοτε τα «διαφορετικά πολιτισμικά αγαθά» ή και τα δύο μαζί. Ωστόσο, και στις δύο εκδοχές επιδιώκεται να διασωθεί η έννοια της δημιουργικότητας ως κίνησης, ως μετακίνησης της σκέψης, ως διαδικασίας επιβίωσης της ανθρωπότητας, ως πολιτισμικού οράματος που υπόσχεται το απροσδόκητο, το «δυνάμει», διασφαλίζοντας έτσι ανεξάντλητες πηγές έμπνευσης για να μπορεί ο άνθρωπος να εγγράφει το πέρασμά του στον ιστορικό χρόνο.
Ο προβληματισμός των μουσείων εστιάζεται στην ενεργοποίηση των ατομικών ή συλλογικών πολιτισμικών αποθεμάτων του επισκέπτη, στους τρόπους δηλαδή με τους οποίους μπορεί να διεγείρει τη νοητική και συναισθηματική διαθεσιμότητά του, ώστε να μειωθούν τα συμβολικά και πραγματικά εμπόδια που παρεμβάλλονται ανάμεσά του και στις μουσειακές προτάσεις. Βασικός τους στόχος παραμένει, πέρα από τη διαφύλαξη των έργων, πρώτος και κύριος λόγος ύπαρξης, (raison d’être), να αναγνωριστεί και να προβληθεί η ποικιλομορφία ανθρώπων και δημιουργημάτων και κατά συνέπεια να μειωθούν δραστικά τα εθνικά, πολιτισμικά και κοινωνικά στερεότυπα που απειλούν την κοινωνική συνοχή.
Ωστόσο, όλοι οι επισκέπτες των μουσείων δεν διαθέτουν το ίδιο «πολιτισμικό» και «συμβολικό κεφάλαιο», που συσσωρεύεται σταδιακά, σε συνάρτηση με το (τα) περιβάλλον(τα) κοινωνικοποίησης του ατόμου, και που, όπως κάθε κεφάλαιο, δίνει κάποια μορφή δύναμης και εξουσίας στον κάτοχό του (Pierre Bourdieu). Εάν το φαινόμενο αυτό ισχύει για κάθε κοινωνία που τρέφει στους κόλπους της ενδογενείς δομικές κοινωνικές ανισότητες και διακρίσεις, γίνεται εντονότερο στην εποχή της υπερ-παγκοσμιοποίησης και της υπερ-κινητικότητας, όπου η ποικιλομορφία, ιστορική και πρόσφατη, αναστατώνει ακόμη περισσότερο την ημερήσια διάταξη της πολιτικής ατζέντας με κίνδυνο την αποσταθεροποίηση των κοινωνιών.
Γίνεται δηλαδή εύκολα αντιληπτό ότι αν τα «κανονικά» –ιστορικά και πολιτισμικά– μέλη μιας κοινωνίας δυσκολεύονται να αποκρυπτογραφήσουν και να συγκινηθούν από την επιλογή και τον τρόπο παρουσίασης των εκθεμάτων, τη διάταξη και αρμολόγησή τους, τις λεζάντες αλλά και το συνολικό αφήγημα, πώς θα είναι σε θέση τα «διαφορετικά» –τα αποκλίνοντα από τον ισχύοντα πολιτισμικό κανόνα– μέλη να επι-κοινωνήσουν με τα εκθέματα και να βιώσουν το προτεινόμενο αφήγημα;
Το ερώτημα γίνεται επιτακτικότερο εάν συμφωνήσουμε ότι η μάθηση είναι πρώτα από όλα η θεώρηση κάποιας ύλης, ενός αντικειμένου, ενός όντος ως πομπού σημάτων προς αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία (Gilles Deleuze). Κάτι αντίστοιχο είπε ο Ηράκλειτος για το μαντείο των Δελφών: «οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει». Δηλαδή δεν μιλάει, ούτε κρύβει, παρά στέλνει σημάδια. Αν μεταφερθεί η ίδια έκφραση στον πολιτισμό, στην πολιτισμική κληρονομιά και πολύ πιο συγκεκριμένα στο μουσείο, μπορούμε εύκολα να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η υπόθεση δεν είναι και η πιο εύκολη.
Ποια πρέπει να είναι η στάση και η παρεχόμενη «αγωγή» των μουσείων ώστε με επιστημονικό αλλά συμπεριληπτικό τρόπο να διασφαλίζουν σ’ ένα ποικιλόμορφο κοινό όχι μόνο την αναγνωσιμότητα και την κατανόηση των εκθεμάτων αλλά να αποτελεί και συμπληρωματική, χαρούμενη γνώση γιατί θα ξέρει να δημιουργεί τις συνθήκες αναγνωρισιμότητας, απροσδόκητης συγκίνησης, ίσως και εκμάγευσης του κοινού; Και παράλληλα να υπαινίσσεται ότι όλοι οι επισκέπτες, «όμοιοι και διαφορετικοί», έπειτα από ένα τέτοιο βίωμα, αποτελούν μέλη τόσο της συγκεκριμένης κοινωνίας στην οποία ζουν όσο και της ανθρωπότητας, ως ενιαίου πολιτισμικού συνόλου;
Σε αυτά τα κύρια ερωτήματα της φετινής Διεθνούς Ημέρας Μουσείων δίνω απάντηση μέσω της ιστοσελίδας της ελληνικής επιτροπής ICOM.
* Πρώην διευθύντρια στην UNESCO για θέματα Πολιτιστικής Πολιτικής και Διαπολιτισμικού Διαλόγου (1992-2014). Συγγραφέας των δίγλωσσων βιβλίων «Η Μελίνα Μερκούρη και η UNESCO, στοίχημά μου η ελπίδα», γαλλικά-αγγλικά (UNESCO,1995) και «Εικόνες του Αλλου, η διαφορά, από τον μύθο στην προκατάληψη», γαλλικά-ελληνικά (UNESCO-Seuil-Εξάντας, 1998). Συντονίστρια των εργασιών σχετικά με την «Παγκόσμια Διακήρυξη της UNESCO για την Πολιτιστική Ποικιλομορφία», 2001 και τη «Σύμβαση για την Προστασία και την Προώθηση της Ποικιλομορφίας των Πολιτιστικών Εκφράσεων» 2005.
