Αρνείται να βγει από την καραντίνα η πλειονότης των συμπολιτών μας, παρότι ήρθησαν από προχθές τα περιοριστικά μέτρα. Καλομάθαμε στην ασφάλεια και τη θαλπωρή του σπιτιού και δεν μας ξεκουνάς ούτε με γερανοφόρα βαρέα μηχανήματα. Στις πρωινές μου τσάρκες, με μαγιάτικο καιρό χαρά Θεού, δεν διαπιστώνω συνταρακτικές αλλαγές στην κυκλοφορία. Αν διέθεσε η κυβέρνηση είκοσι «μύρια» σε διαφημιστικά σποτ για να μας μαντρώσει, πρέπει τώρα να ξοδέψει πάνω από πενήντα για να μας ξεκολλήσει από τον καναπέ μπας και επανεκκινήσουμε τη ρημάδα την οικονομία.
Λαβύρινθος η ψυχή των απολολώτων αποκλεισμένων. Ο,τι καρφώνεται, εξάλλου, στο συλλογικό ασυνείδητο μέσω του θεάματος και του ακροάματος, μόνο με το θέαμα και το ακρόαμα δύναται να ξεκαλουπωθεί. Εύγλωττο παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του ελαφρολαϊκού άσματος «Αυτός ο άλλος». Ο αοιδός και συνθέτης του Νίκος Γούναρης, που αναχώρησε για τα επουράνια πεντάγραμα τέτοιες μέρες το 1965, υπήρξε κοσμαγάπητος καλλιτέχνης· θρύλος πραγματικός.
Λέει κάπου γι’ αυτόν ο Μίμης Πλέσσας: «Το 1953 έγινε στο Καλλιμάρμαρο συναυλία για τους σεισμόπληκτους του Βόλου. Το ΕΙΡ είχε δώσει τη συμφωνική του ορχήστρα και τη μεικτή χορωδία του, η Λυρική Σκηνή τους σολίστες και τους μαέστρους της κι εμείς είχαμε βάλει τα καλά μας και διευθύναμε τους τραγουδιστές. Αστραφταν τα χάλκινα, δάσος ανεβοκατέβαιναν τα δοξάρια στα έγχορδα, έντονα ηχούσαν τα κρουστά κι ο ένας μετά τον άλλον ανεβαίναμε στο πόντιουμ και δώσ’ του υπόκλιση και ρεβεράντζα. Ο κόσμος ευγενικός με συγκρατημένο χειροκρότημα. Στο διάλειμμα αναγγέλθηκε ένας τραγουδιστής που έλειπε καιρό στην Αμερική».
Ο Νίκος Γούναρης ήταν, ασφαλώς. «Στην άδεια, μεγάλη εξέδρα κρατώντας την κιθάρα του τραγούδησε χωρίς συνοδεία: “Ενα βράδυ που ’βρεχε, που ’βρεχε μονότονα, έφυγες αγάπη μου” ταραράμ (η κιθάρα του), “ποιος σε πήρε να ’ξερα και να τον εσκότωνα” ταραραράμ, επέμεινε. Δεν προλάβαμε να σκεφτούμε ότι θα πάει άπατος χωρίς τα δικά μας “μεγαλεία” γιατί στο μεταξύ είχε φτάσει στο ρεφρέν. Και τότε εξήντα χιλιάδες στόματα ακούστηκαν με μια φωνή: “Αχ, αυτός ο άτιμος ήθελε μαχαίρωμα”. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σημαίνει λαϊκός τραγουδιστής και αγαπημένο τραγούδι».
Σάλος στο Στάδιο. Το ’λεγε μάλιστα τόσο πειστικά ο αφιλότιμος, που οι πάντες είχαν πιστέψει πως όντως θρηνεί για την απιστία της γυναίκας του, με την οποία, σημειωτέον, συμβίωναν αρμονικότατα στην αληθινή ζωή. Χιλιάδες επιστολές συμπαράστασης με παραλήπτη τον ίδιο πλημμύριζαν τα κτίρια της δισκογραφικής του εταιρείας και δημοφιλών περιοδικών, ενώ η πολυπληθής Αδελφότης των Απανταχού Απατημένων Συζύγων δεν έχανε ευκαιρία να εκδηλώσει με φορτικότητα αμέριστη αλληλεγγύη. Το κακό είχε παραγίνει. Μόνο με τραγούδι μπορούσε να ανατραπεί η ενοχλητική φήμη του τραγουδιού. Εγραψε ο ίδιος τη μουσική και ο Κώστας Κοφινιώτης κατόπιν παραγγελίας τα λόγια: «Αυτός ο άλλος που σε πήρε από μένα/ αυτός ο άλλος/ είν’ ευεργέτης μου μεγάλος». Κι έτσι λύθηκε η παρεξήγηση.
