Καρατσεκαρισμένο! Οταν ο πατέρας σου αρπάζει την κάλπη μες στη Βουλή, υπό το άγρυπνο βλέμμα σύσσωμου του πανελληνίου, στοχεύοντας να μην εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Χρήστος Σαρτζετάκης, αλλά να παραμείνει εσαεί στον θώκο ο γερο-Καραμανλής, το ίνδαλμά του, τότε προστίθεται μοιραία εντός εισαγωγικών πεζό «πι» στο οικογενειακό επώνυμο και μετατρέπεται σε Καλ«π»ογιάννης από Καλογιάννης, στοιχειώνοντας διά παντός τις κατοπινές γενεές. Τι ’χες Γιάννη; Κάλπη πάντα! Η ιστορία, άλλωστε, επαναλαμβάνεται ως τραγέλαφος.
Αναπόφευκτα, λοιπόν, ο Σταύρος Καλ«π»ογιάννης, βουλευτής Ιωαννίνων, στα βήματα του πατέρα του Ελευθέριου, εκλήθη προχθές να υπερψηφίσει τη διεύρυνση του κατηγορητηρίου της προανακριτικής εναντίον του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου, τον οποίο υπέδειξαν ορισμένοι ανώτατοι εισαγγελικοί λειτουργοί, άλλοτε συνάδελφοί του, ως ένοχο του κακουργήματος της χειραγώγησης της Δικαιοσύνης. Εσπασε ο διάβολος το ποδάρι του κι η κατάρα του ονόματος ενώπιον της ψηφοδόχου επιβεβαιώθηκε δεύτερη φορά, καθώς ο αμελής υιός ξεχάστηκε και δεν δίπλωσε το χαρτί της προτίμησής του στον ανά χείρας φάκελο.
Λογαριάζει άκυρα ο κανονισμός παρόμοια ψηφοδέλτια, οπότε οι ψηφοσυλλέκτες της συμπολίτευσης ζήτησαν απ’ τον προεδρεύοντα, όχι εκ νέου υπεξαίρεση, έπειτα από τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, αλλά ανήκουστο άνοιγμα του κουτιού, επιστροφή του γυμνού δελταρίου στον επιλήσμονα και φτου κι απ’ την αρχή νομοτύπως. Απείρου κάλλους φάλτσοι διάλογοι διημείφθησαν: «Δεν πειράζει, ποιος θα το καταλάβει;» ρωτούσε ο ένας, «δεν τον τράβηξαν δα φωτογραφία» παρατηρούσε ο άλλος, αράδιαζε το μακρύ του ο τρίτος και τύλιγε το κοντό του ο τέταρτος. Κισμέτ της φαμίλιας η καλπονοθεία, ακολουθεί κατά πόδας τα μέλη της στο διηνεκές.
Πάντως, έχουν δίκιο βουνό οι κουμουνδουριστές να διαμαρτύρονται. Τα ’σουρε ένα χεράκι ο αρχηγός τους στον Μητσοτάκη την προϊούσα, χαρακτηρίζοντάς τον «εγκλωβισμένο στην παράδοση της παράταξής του να καταφεύγει στον ρεβανσιμό, στέλνοντας στο Ειδικό Δικαστήριο τους αντιπάλους της». Βαριές κουβέντες αίτινες υπονοούν, αν δεν με εξαπατά η διαίσθησή μου, την ομηρία του Ανδρέα Παπανδρέου κατά το δυσώδες ’89, οπότε οδηγήθηκε εκδικητικά μπρος στα αιχμηρά γουνάκια του ανερυθρίαστου Κόκκινου. Δεν διέπραξε, ωστόσο, μόνη η ΝουΔου την ιστορική απρέπεια.
Η ηγεσία του «Συνασπισμού» στάθηκε πολύτιμος αρωγός της, καθιστώντας πρωταγωνιστή της ταραγμένης περιόδου το ενιαίο κόμμα της Αριστεράς, την πολιτική παράδοση του οποίου εκπροσωπεί ασφαλώς ο ίδιος ο Τσίπρας. Καθότι δεν συνηθίζεται να μιλούν για σκοινιά και θηλιές στα σπίτια των απαγχονισμένων, τρεις εξηγήσεις μπορεί να δώσει το φτωχό μου τσερβέλο: Ο Αλέξης είναι πιο ξεχασιάρης από τον νεότερο Καλ«π»ογιάννη, η πρώτη. Χλωμό. Η δεύτερη: Απαρνιέται τα πεπραγμένα του «Συν», αδειάζοντας την αριστερή του πτέρυγα, που μένει προσκολλημένη σε μύθους και θρύλους. Πιθανόν. Και, θεωρεί εαυτόν αποκλειστικό κληρονόμο του πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, ταυτίζεται φαντασιακά με τον ηγέτη του και, διεκδικώντας τα μέγαρα πανύψηλων ποσοστών που κατέλιπε, περιφρονεί τις πατροπαράδοτες χαμοκέλες του 3%. Φως φανάρι.
