Γουστόζικες ιστορίες της Σικελίας του παλιού καιρού, γραμμένες με τη διεισδυτική πένα του Λουίτζι Πιραντέλο, μεταφέρουν αριστουργηματικά στην οθόνη οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι στο φιλμ στο οποίο αναφέρθηκα χθες. «Kaos» είναι ο τίτλος του, δηλαδή «Χάος», καθότι οι Ιταλοί κρατάνε βεντέτα και δεν μιλιούνται με ορισμένα οδοντικά και ουρανικά σύμφωνα, μεταξύ των οποίων το «χι». Με ύφος σκωπτικό, σχεδόν ανάλαφρο, ο νομπελίστας συγγραφέας αποκαλύπτει μέσω του φαρσικού στοιχείου την τραγικότητα της ανθρώπινης ψυχής, με αφηγήσεις από την παράδοση της γενέτειράς του, που θυμίζουν κάτι από Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Ανδρέα Καρκαβίτσα ή Πέτρο Γλέζο.
Αρχίζει με «Το κοράκι του Μιτζάρο» η σπονδυλωτή ταινία, όπου παρέα ποιμένων βρίσκει σε κάποια αετοφωλιά έναν αρσενικό κόρακα να κλωσάει αυγά, τις οίδε εξαιτίας ποιανού οικογενειακού δράματος. Οι άξεστοι φαλλοκράτες βουκόλοι αιφνιδιάζουν το ταλαίπωρο όρνιο, το φυλακίζουν εναλλάξ στις χοντρές τους παλάμες και το χλευάζουν κραυγάζοντας επειδή ξέπεσε στο επίπεδο να καταπιάνεται με γυναικείες αρμοδιότητες. Ο πιο επινοητικός από δαύτους τού φορά στον λαιμό μικρό κουδούνι και το αφήνει να πετάξει.
Τυμπανιστός μεταλλικός θόρυβος συνοδεύει την πτήση του, το πουλί τα χρειάζεται και φτερουγίζει ξέφρενα κατατρομαγμένο μπας και γλιτώσει απ’ το αβάσταγο μαρτύριο.
Οι βασανιστές του κρατούν τις κοιλιές απ’ τα γέλια. Οι Ταβιάνι χρησιμοποιούν το καμπανιστό του πέταγμα σαν συνδετικό κρίκο του φιλμ, επαναφέροντάς το στο ξεκίνημα κάθε σκετς. Μου φέρνουν στον νου οι κωμικοτραγικές σκηνές πανομοιότυπη ιστορία η οποία διαμείφθηκε στα κακοτράχαλα γκρίφια της ορεινής Νάξου περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Ηταν δεν ήταν δέκα ετών ο Μανώλης και περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στη μάντρα. Αυτός, ο πατέρας του, τα ζουλοπρόβατα, οι σκύλοι κι ένας τροφαντός γάτης, που δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί, ή μάλλον σε δαιδαλώδες όρυγμα, ποντικό για ποντικό της ευρύτερης περιοχής.
Του ’χαν έναν τρόχαλο δίπλα στο πορτάκι του μιτάτου αποθήκευσης των τυριών, απ’ όπου μπαινόβγαινε σαν αυτοκράτορας, σκορπίζοντας πανικό στα απρόσκλητα τρωκτικά που επιβουλεύονταν τα πεντανόστιμα γαλακτοκομικά προϊόντα. Καμάρωνε ο βοσκός το απόκτημά του και το τάιζε πλουσιοπάροχα, ώσπου διέπραξε κάποτε το σφάλμα να το φιλέψει υπολείμματα της τυροκόμησης.
Σάστισε το αιλουροειδές με τη λαχταριστή λιχουδιά και δεν παρέλειπε έκτοτε να τιμά δεόντως μυζήθρες, γραβιέρες και αρσενικά, πολλαπλασιάζοντας τις επισκέψεις του στον μαντζέ. Αποδείχτηκε μάλιστα αρκούντως εκλεκτικός, καθώς δεν καταδεχόταν να τρώει μόνο από ένα κεφάλι, αλλά δοκίμαζε όλα τα είδη με ευσυνειδησία επαγγελματία γευσιγνώστη. Είδε κι απόειδε τ’ αφεντικό του και σφάλισε τον τρόχαλο.
Επιασαν όμως πάλι δουλειά οι εναπομείναντες αρουραίοι. Πλήρες αδιέξοδο. Κυνηγούσε, λοιπόν, να πιάσει τον γάτη μπας και τον συνετίσει, μετερχόμενος πατροπαράδοτες, αλάνθαστες συνταγές. Το ζώο την είχε ψυλλιαστεί και, παρά τα καλοπιάσματα, δεν τον πλησίαζε ούτε στο χιλιόμετρο. Με τον μικρό Μανώλη, ωστόσο, ήταν αλλιώς.(Συνεχίζεται)
