Αντιγράφω από προσωπικό ημερολόγιο: «Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020, 10:02. Επί τα αυτά. Σήμερα στο περπάτημα ήταν… συνωστισμός. Και όταν πήγαινα και όταν ερχόμουν. Μπορεί και δεκαπέντε άτομα, συνολικά· με ή και δίχως σκύλους· γνωστοί και άγνωστοι. Ανάμεσά τους και η συμπαθέστατη κυρία Ειρήνη. Είχα να τη δω μέρες. Ηταν άρρωστη· ευτυχώς άρρωστη από συνηθισμένη αρρώστια!
»Βέβαια την εντύπωση μου την απέσπασαν –μου την κέρδισαν, σωστότερα– δυο κορίτσια· μικρά, 16–17, ίσως αδελφούλες· ίδιο χτένισμα: κότσος σηκωμένος ψηλά, πάνω από το κεφάλι. Ομορφούλες. Κυρίως όμως μες στη χαρά και στο γέλιο. Στον κόσμο τους. Πλάι πλάι –ούτε αποστάσεις ούτε τίποτα–, η μία να παίζει με το smartphone ή με κάποιο tablet ίσως (πού να τα ξέρεις πια, έτσι που κάθε τόσο βγαίνουν και καινούργια!), η άλλη να παρακολουθεί λοξοκοιτώντας και οι δυο να γελάνε και να σχολιάζουν. Ισως ούτε που με πήραν είδηση.
»Η ζωή, αυτοπροσώπως εις διπλούν· δεν αποκλείεται και δίδυμα ομοιόγραφα. “Αλλος κόσμος!”, σκέφτηκα. “Και πού; Μπροστά και αριστερά μου. Αλλά, από την άλλη μεριά του δρόμου!”. Ετσι μου βγήκε τίτλος: Από την άλλη μεριά του δρόμου. Στον ίδιο δρόμο, της ζωής, αλλά από άλλες μεριές.
Εμείς, οι πρεσβύτεροι, ανηφορίζουμε, σκεφτικοί με τα χρόνια που πέρασαν (τώρα και συλλογισμένοι και ανήσυχοι με τις δύσκολες ώρες που περνάμε). Οι νέοι κατηφορίζουν εύθυμοι και ωραίοι στη βεβαιότητα ότι εδώ θα είναι και αύριο, αλλά στην άλλη μεριά του δρόμου. Εμείς, οι γηραιότεροι, βγαίνουμε από την πόλη, τα δυο κορίτσια κατευθύνονταν στην πόλη!».
Αυτάρεσκο ίσως, αλλά πολύ θα ’θελα να εγγυηθώ αυτή την ανεμελιά, αυτό το πρωινό κέφι των δυο κοριτσιών. Να μη σκιάζει φόβος κανείς αυτό το χαρούμενο καλημέρισμα στη ζωή! Πολύ θα ’θελα…
