Τον ειδοποίησαν ότι πέθανε, στους Ανω Αμπελοκήπους (παλιά Τουρκοβούνια), εξαίρετος άνθρωπος, παραλίγο αιωνόβιος (99 χρόνων!). Κουκουές εσαεί, φυλακές, εξορίες, οργανώσεις, «μια ζωή στο κόμμα». Που όμως, αν και «πιστός στο κόμμα», ουδέποτε πέρασε στην ομοταξία εκείνων που δεν ήθελαν ούτε καλημέρα από τους «άλλους», τους «διασπαστές»!
Κηδευόταν στου Ζωγράφου. Ομως το νεκροταφείο Ζωγράφου (που όταν πέθανε ο πατέρας, το ’57, δεν είχε ούτε δρόμο για το νεκροταφείο· έπαιρνες από το Παλιό Τέρμα τον χωμάτινο ανήφορο, σχεδόν χιλιόμετρο, για να φτάσεις!), τώρα –λόγω φόρτου εργασιών!– έχει και λεωφορείο (τακτικό· είναι και η Πανεπιστημιούπολη πλάι), αλλά και δυο εκκλησίες. Μην ξέροντας σε ποιαν από τις δυο εκκλησίες κηδεύεται ο «παλιός σύντροφος», επέλεξε, στην τύχη, την πιο παλιά και πιο κοντινή στο τέρμα του λεωφορείου.
Μπήκε. Είδε τέσσερις («μόνο τέσσερις!», μου το τόνισε), στη θέση των τεθλιμμένων συγγενών: δυο σχετικά νέοι κι ένα ζευγάρι, μεγαλύτερης ηλικίας. Ανοιχτό το φέρετρο. Τελείωσε η κηδεία, γρήγορα. Ντύθηκε (ο μόνος εκτός οικογενείας όπως υπολόγισε!) το κατάλληλο ύφος. Πέρασε μπροστά από το φέρετρο. Χάιδεψε τον μεταστάντα στο μέτωπο. Ρώτησε τους συγγενείς τι τον είχαν. Αμήχανοι οι δυο νέοι (ούτε που τον είχαν ξαναδεί!) απάντησαν με ένα στόμα: «Ηταν θείος μας!».
Τους συλλυπήθηκε. Αλλά θεώρησε και πρέπον να πει και δυο λόγια· τέτοιος σημαντικός άνθρωπος ο θανών! «Να τον θυμάστε τον θείο!» είπε με ευλαβή έμφαση. «Να τον θυμάστε. Ηταν ένας εξαίρετος… γενναίος άνθρωπος!». Ψέλλισαν ένα «Ευχαριστούμε!» οι άνθρωποι και ήταν και οι τέσσερις μια μονοκοντυλιά απορίας: πούθε ξεφύτρωσε ετούτος ο ουρανοκατέβατος· έκπληκτοι, υποθέτω, που είχαν έναν τόσο σπουδαίο θείο και δεν είχαν ιδέα!
Στην άλλη εκκλησία, την καινούργια, τη μεγάλη, κηδευόταν ο «παλιός αγωνιστής», με πλήθος από κόσμο! Μόλις που πρόφτασε…
