ΣΕ ΕΠΟΧΕΣ κοινωνικού εγκλεισμού οφείλουμε να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας με πεζογραφία και ποίηση που εξασφαλίζουν μακρινά ταξίδια σε ονειρικούς προορισμούς και μάλιστα χωρίς ειδικό δελτίο εξόδου. Ξεσκονίζοντας τη βιβλιοθήκη το Σαββατοκύριακο, στάθηκα στις συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη και μοιράζομαι μαζί σας πονήματά του, καθότι τέτοιες μέρες του 2005 αναχώρησε οριστικά για τα πράσινα απογεύματα που ζωγραφίζουν με αιμάτινες αποχρώσεις την ομιχλώδη γενέτειρα του Ιωάννη Βενιαμίν δ’ Αρκόζι. Η εικόνα του θανάτου επανέρχεται ξανά και ξανά στο έργο του, σαν λύτρωση και σαν διαφυγή, σαν επικός ιάλεμος στους θαυμάσια πεθαμένους.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΗ ότι ζω πιο πέρα/ Σκοτείνιασε από την άλλη τη μεριά καθώς κοιτάζω/ τ’ άσπρα σπίτια και τα μαύρα σπίτια/ ποιo χέρι σημαδιακό τώρα θα μ’ αγγίξει;/ δαιμονικές κόκκινες ρόδες όλο και κυλάνε/ αυτό το σμάρι των παιδιών/ φωλιάζει κι από ένας θάνατος μες στο κορμί τους/ τον κάνανε χαρούμενο στεφάνι/ και το χτυπούν με το μικρό το ξύλο/ κυλάει κυλάει το τσέρκι, το κυλάνε/ κυλάει η ζωή τους ήλιος που τα περονιάζει/ καθώς χτυπάνε με το ξύλο/ τον παγωμένο θάνατο που τρέχει/ το πένθος άφωνο κοκάλωσε τριγύρω/ δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα
ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ Εκείνο το πράσινο απόγεμα/ ο θάνατος είχε βάλει στόχο την αυλή μου/ απ’ το νεκρό μου το παράθυρο/ με το βελούδινό μου μάτι/ τον έβλεπα να τριγυρνάει/ γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή/ γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη/ και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν/ έπαιζαν με πιστόλια και τσιρίζαν/ αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε/ και πάλι μάκραινε και έφευγε/ ύστερα ξαναρχόταν/ στο τέλος αγριεύτηκε/ άρχισε να ουρλιάζει/ έβαψε τα μάτια και τα νύχια του/ φούσκωσε τα βυζιά του/ άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή/ έκανε σα γυναίκα…/ τότε είναι που έφυγε οριστικά/ ψιθυρίζοντας:/ –Δεν είχα τύχη σήμερα/ αύριο θα ξανάρθω
ΕΖΗΣΑ ΚΟΝΤΑ (μνήμη Γιώργου Μακρή) Εζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους/ κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους/ όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά/ στους άγριους άρρωστους με τα φτερά/ στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς/ κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους
Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι (Στον Νίκο Εγγονόπουλο) Ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι που πέθανε/ –«εν ζωή»– και αναστήθηκε μόλις νυχτώνει/ κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια του –γίδια βόδια/ και πρόβατα πολλά– πνίγει όλα τα πουλιά του αδειάζει/ τα ποτάμια του και πάνω στον κατάμαυρο σταυρό/ που ’χει στημένο καταμεσής στο δωμάτιό του/ σταυρώνει την αγαπημένη του. Υστερα κάθεται μπρος/ στ’ ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του/ φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται να ’χε/ κι αυτός κοπάδια βόδια γίδια και πρόβατα πολλά/ να ’χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά/ να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών/ να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας
