Στην τελική ευθεία για την κατάθεση του νομοσχεδίου που θα απαγορεύει πορείες και συγκεντρώσεις τις οποίες οι αστυνομικές αρχές θα κρίνουν επικίνδυνες για τη διατάραξη της «κοινωνικοοικονομικής ζωής» της Αθήνας, φαίνεται ότι βρίσκεται το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, παρά τις αντιδράσεις που έχουν προξενήσει στο παρελθόν οι κοινοποιήσεις ανάλογων επιδιώξεων διαφόρων κυβερνήσεων.
Τα βασικά άρθρα του νομοσχεδίου είδαν χθες το φως της δημοσιότητας από την «Καθημερινή της Κυριακής», από τα οποία προκύπτει ότι οι αστυνομικές αρχές θα αποφασίζουν για την απαγόρευση και τη διάλυση των διαδηλώσεων, ενώ παράλληλα προβλέπονται αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα με τις οποίες καθορίζεται ως «ιδιώνυμο αδίκημα» η συμμετοχή σε διαδήλωση που έχει απαγορευτεί.
Με την πρόφαση μάλιστα της αποτροπής παρείσφρησης «μπαχαλάκηδων» στις πορείες, ιδιώνυμο αδίκημα χαρακτηρίζεται και η «παρεμπόδιση διεξαγωγής συνάθροισης με τέλεση βιαιοπραγιών και την παρείσφρηση σε αυτή με σκοπό να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα της».
Οπως έχει γραφεί εξάλλου από τις κατά καιρούς διαρροές τμημάτων του νομοσχεδίου, με αυτό προβλέπεται ο ορισμός ενός «οργανωτή» της συγκέντρωσης ο οποίος θα έχει και αστική ευθύνη για τις αποζημιώσεις όταν υπάρξουν ζημιές και ο οποίος θα απαλλάσσεται εφόσον συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: να έχει γνωστοποιήσει εγκαίρως για τη διαδήλωση και να αποδείξει ότι ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποτροπή τους. Το ποια είναι τα «απαραίτητα» μέτρα και τι στοιχεία αποδεικνύουν τη λήψη τους, παραμένει ασαφές.
Εξίσου γενικόλογα είναι και τα άρθρα για την απαγόρευση και τη διάλυση των συγκεντρώσεων. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, μια συνάθροιση μπορεί να απαγορευτεί αν: «Επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, λόγω ιδιαιτέρως πιθανής διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων, ιδίως κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ιδιοκτησίας και της πολιτειακής εξουσίας» και «αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής σε ορισμένη περιοχή». Εάν μάλιστα συμβαίνει το δεύτερο, οι αστυνομικές αρχές θα ορίζουν «άλλες περιοχές κατάλληλες για την πραγματοποίησή» της!
Η διάλυση της συγκέντρωσης, επίσης, μπορεί να διαταχθεί από τις αστυνομικές αρχές εάν «πραγματοποιείται παρά την έκδοση απόφασης απαγόρευσης», οι «συμμετέχοντες δεν συμμορφώνονται προς τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν», όταν η συγκέντρωση «μετατρέπεται σε βίαιη ή από τη συνέχισή της προκαλείται άμεσος κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας των συμμετεχόντων (!) ή συμμετέχοντες τελούν αξιόποινες πράξεις» και όταν «πραγματοποιείται χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί».
Ποιος αποφασίζει όλα τα παραπάνω; Μα «ο κατά τόπον αρμόδιος γενικός περιφερειακός αστυνομικός διευθυντής ή ο γενικός αστυνομικός διευθυντής ή ο διευθυντής των Διευθύνσεων Αστυνομίας, με απλή (!) γνώμη των οικείων δημάρχων», όπως αναφέρεται στο άρθρο στο οποίο ως «φύλλο συκής» έχει προστεθεί η πρόβλεψη ότι οι αποφάσεις θα «πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες». Παραβλέπονται, τέλος, οι εισαγγελικές αρχές αφού σε αυτές απλώς θα κοινοποιούνται οι αποφάσεις των αστυνομικών αρχών.
Προβλέπονται μάλιστα και ποινικές ευθύνες για όσους συμμετέχουν σε συγκέντρωση που έχει απαγορευτεί «νόμιμα με απόφαση της αρμόδιας αστυνομικής αρχής» και φυλάκιση ενός έτους, ενώ όσοι παρεισφρήσουν και βιαιοπραγούν θα τιμωρούνται με δύο χρόνια φυλάκιση «αν οι πράξεις τους δεν τιμωρούνται βαρύτερα με άλλη διάταξη».
Αξίζει να σημειωθεί ότι αστυνομικές πηγές το τελευταίο διάστημα προκειμένου να «σιγοντάρουν» τις επιλογές της κυβέρνησης είχαν αφήσει να διαρρεύσουν στοιχεία για τις συγκεντρώσεις και τις πορείες, σύμφωνα με τα οποία κατά μέσο όρο γίνονταν επτά κάθε μέρα στις οποίες απασχολούνται τουλάχιστον 200 αστυνομικοί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, από τον Ιανουάριο ώς το τέλος Νοεμβρίου του 2019, πραγματοποιήθηκαν 2.783 διαδηλώσεις-πορείες για τις οποίες απασχολήθηκαν 74.522 αστυνομικοί, ενώ την τελευταία δεκαετία πραγματοποιήθηκαν 59.858 διαδηλώσεις. Στην κορυφή βρισκόταν το 2010, έτος μνημονίου, με 11.391 διαδηλώσεις, τη δεύτερη θέση καταλαμβάνει το 2013 με 7.825 και την τρίτη θέση το 2013 με 7.615 διαδηλώσεις. Ο χαμηλότερος αριθμός ήταν το 2017 με 1.920 πορείες και διαδηλώσεις.
Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια
Η έναρξη για τον έλεγχο των διαδηλώσεων σημειώθηκε το 1998 επί κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη και με υπουργό Δημόσιας Τάξης τον Γ. Ρωμαίο. Στις 3 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς η Διεύθυνση Μελετών του υπουργείου Δημόσιας Τάξης υπέβαλε στον Αρειο Πάγο σειρά ερωτημάτων και στις 30 Μαρτίου 1999 ο τελευταίος απεφάνθη ότι «δεν είναι αντίθετοι στο Σύνταγμα περιορισμοί που αποβλέπουν στην προστασία άλλων έννομων αγαθών». Στις αρχές του 2001 ο υπουργός Μ. Χρυσοχοΐδης υπέβαλε σχέδιο νόμου στα συναρμόδια υπουργεία, όμως τελικά «κόλλησε», καθώς αρκετοί υπουργοί εξέφρασαν φόβους για αντιδράσεις.
Το «πρόβλημα» επιχείρησε να λύσει ο μετέπειτα υπουργός Γ. Φλωρίδης, που άλλαξε τα σχέδια της ΕΛ.ΑΣ., ώστε οι δρόμοι να κλείνουν μόνο όταν περνούν οι διαδηλωτές, ενώ το θέμα επανήλθε τον Αύγουστο του 2006 από τον Β. Πολύδωρα, όταν έστειλε ανοιχτή επιστολή σε όλα τα κόμματα και στους συνδικαλιστικούς φορείς.
Ετέθη πάλι τον Απρίλιο του 2009 από τον αναπληρωτή υπουργό Εσωτερικών αρμόδιο για θέματα Δημόσιας Τάξης Χρ. Μαρκογιαννάκη, ενώ η τελευταία απόπειρα ώστε να υπάρξουν «ελεγχόμενες διαδηλώσεις» σημειώθηκε το 2011 με υπουργό τον Χρ. Παπουτσή. Τον Μάιο του 2013 ο Νίκος Δένδιας ήταν ο τελευταίος που επιχείρησε να το επιτύχει. Είχε μάλιστα συνάντηση με τα προεδρεία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ προκειμένου να αποσπάσει τη συναίνεσή τους. Κάτι όμως, που -όπως ήταν αναμενόμενο- δεν έγινε.
