Ξετυλίγω για τρίτη μέρα σήμερα αληθινά περιστατικά, διανθισμένα με παράφωνες μυθοπλαστικές νότες, άτινα διημείφθησαν περί τα μέσα του ’70 στα ποιμενοστάσια της ορεινής Νάξου, όπου ο δεκάχρονος Μανώλης φορά με γόρδιο δεσμό στο κολάρο τού λιχούδη, απείθαρχου γάτη τους μπρούτζινο καμπανέλι των προβάτων. Σαλτάρει το ζωντανό και παίρνει τρελαμένο τα βουνά, αλλά τα βράδια αναζητεί τροφή στα υποστατικά των εξόχως προληπτικών ξωμάχων, που τον περνούν για ξωτικό και θεωρούν πως τους επιτίθενται απόκοσμα υπερφυσικά όντα.
Ορειχάλκινες, μεταλλικές νυκτωδίες κάνουν τσατάλια τα νεύρα των εμβρόντητων βουκόλων και πες πες ο ένας με τον άλλο μετατρέπονται σε άβουλα αθύρματα προαιώνιων δεισιδαιμονιών. Τραγελαφικές σκηνές εκτυλίσσονται, από τις οποίες ξεχωρίζω δυο που συζητιούνται ακόμα στον τόπο: Περασμένα μεσάνυχτα ξυπνούν τον πιο ατρόμητο απ’ αυτούς κωδωνοκρουσίες στο περιφραγμένο αμπέλι του, όπου καταφθάνει σαστισμένος, νομίζοντας πως δέχεται επιδρομή από άτακτο, ξενύχτικο ρίφι κανενούς γείτονα. Η πλησίφαη σελήνη ντύνει τα τσαμπιά με αμυδρές, αργυρές σκιές, μα όσο κι αν κοιτάζει δεν διακρίνει το παραμικρό.
Ραπίζει, ωστόσο, τ’ αυτιά του η συνεχής κοσμοχαλασιά του κουδουνιού· κατατρομαγμένος, βλέπεις, ο γάτης τρέχει δαιμονισμένα, αθέατος ανάμεσα στα κληματόφυλλα. Το αλυσιτελές κυνηγητό φαντασμάτων διαρκεί ώς το χάραμα, οπότε το ζώο δραπετεύει μέσα από άνοιγμα της ξερολιθιάς κι ο αποκαμωμένος αμπελουργός, που δεν αντικρίζει τίποτα ούτε στο φως του ήλιου, βεβαιώνεται πως βρέθηκε αντιμέτωπος με ολοζώντανο υπερφυσικό και αόρατο όραμα. Οι αφηγήσεις του εξάπτουν τη φαντασία της ομήγυρης, η οποία περιγράφει το συμβάν ως επέλαση χιλίων κορυβαντιούντων τριβόλων. Φοβισμένοι έκτοτε οι βοσκοί, συγκεντρώνονται ομάδες ομάδες γύρω από φωτιές, μόλις πέφτει το σκοτάδι, και πάνε για ύπνο νωρίς, σφαλίζοντας ερμητικά τα πορτοπαράθυρα.
Κοιμάται μακαρίως στο μιτάτο ο πιο δουλιατσάρης (δειλός), ασπρομάλλης εβδομηντάρης, καθώς νιώθει ζωηρούς, αλλόκοτους ήχους στο ακάλυπτο αέτωμα της θύρας, όπου αφήνει πού και πού τίποτα αποφάγια και πάει αργά ο απρόσκλητος κουδουνάτος να τα μεζεδιάσει. Ανασηκώνεται στο στρώμα ο γέροντας και κάνει ν’ ανάψει τον λύχνο. Τα μάτια του αιλουροειδούς στραφταλίζουν τότε στο σκοτάδι και μισοκοιμισμένος θαρρεί πως θωρεί τον αρχιδιάβολο αυτοπροσώπως. Πανικόβλητος επιστρέφει στο χωριό και κλειδαμπαρώνεται στο σπίτι, σαν εμάς, καλή ώρα.
Ιδιαζόντως επιφυλακτικός επιστρέφει με παπάδες, όταν συνέρχεται, έπειτα από βδομάδες, για να εξορκίσει εις επήκοον σύσσωμης της κοινότητος το ακάθαρτο, καταχθόνιο, δαιμόνιο, απατηλό, αναιδές, φιλόνικο και νυκτίλαλο πνεύμα. Απολαμβάνει ο Μανώλης την τελετή και γελά υποχθόνια μέσα απ’ το έρκος των οδόντων του. Δεν τολμά να αποκαλύψει το μυστικό του· τρέμει το ραβδί που θα φυλλομετρήσει τα άσαρκα πλευρά του. Το ανακάλυψε όμως ο πατέρας του, αγρικώντας κάποτε το χαμένο του κουδούνι να περιφέρεται μες στη νύχτα. Κατάλαβε. -«Ωωω Μανώωωωληηη», του κάνει με ύφος. Τόσο πολύ φοβήθηκε ο πιτσιρικάς που πήρε κι αυτός τα βουνά, ξεκουδούνωτος, να κάνει παρέα του γάτη.
