ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάσων Τριανταφυλλίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

To πρώτο πράγμα που με είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτογνώρισα τον Κώστα Βουτσά και βρεθήκαμε τετ α τετ και μου απάντησε με παρρησία σε ό,τι τον ρώταγα, πριν κοντά 30 χρόνια, ήταν η απάντηση σε μια ερώτηση που του είχα κάνει για το αν είχε κουραστεί να παίζει χειμώνα – καλοκαίρι, άνοιξη και φθινόπωρο στο θέατρο, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, σε περιοδείες, σε «αρπαχτές» που λέγανε παλιά, σε ταινίες, σε βιντεοκασέτες, στην τηλεόραση, οπουδήποτε, και γιατί δεν σταματούσε να δουλεύει ένα καλοκαίρι, να κάνει διακοπές, να ξεκουραστεί.

Με κοίταξε σαν να έβλεπε εξωγήινο που έχει πέσει από τον ουρανό μπροστά του και μου απάντησε: «Ποιος κανονικός άνθρωπος πάει ένα ολόκληρο καλοκαίρι διακοπές;». Και συνέχισε λέγοντάς μου πως αυτή ήταν η δουλειά του και οι άνθρωποι πρέπει να αγαπούν τη δουλειά τους και να μη σκέφτονται πώς θα πάνε τέσσερις μήνες διακοπές, γιατί αυτά δεν είναι κανονικά πράγματα.

Γιατί για τον Κώστα Βουτσά, όπως και για τους περισσότερους της γενιάς του, πρώτα απ’ όλα ήταν η δουλειά του, γι’ αυτό με το πάθος και την αγάπη που την έκαναν την έφταναν στο επίπεδο της τέχνης. Δεν ξεκινούσε να κάνει τέχνη, η λατρεία του γι’ αυτήν έκανε τη δουλειά του να φτάνει στα επίπεδα της τέχνης.

Οπως και στα πολιτικά μού έκανε πάντα εντύπωση η απάντησή του στην ερώτησή μου αν είναι πάντα κομμουνιστής. Η απάντηση ήταν «όχι βέβαια, γιατί για να είσαι κομμουνιστής πρέπει να είσαι νέος για να μπορείς να αγωνίζεσαι, εγώ δεν είμαι πια νέος για να μπορώ να αγωνιστώ, αλλά πρέπει να ψηφίζω ΚΚΕ γιατί πρέπει να υπάρχει κάποιος στη Βουλή να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των αδύναμων». Οπως, άλλωστε, πάντα μου τόνιζε πως όταν ήταν μικρός έπρεπε πάντα να είναι ένα καλό παιδί στη συμπεριφορά για να μην πουν οι γύρω «ο γιος του κομμουνιστή βγήκε αλήτης, φυσικό ήταν». Και ο Κώστας Βουτσάς είχε περάσει πολλά στην παιδική και εφηβική του ηλικία εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων του πατέρα του.

Ο Κώστας Βουτσάς ήταν από τους πραγματικά πέντε, το πολύ έξι μεγάλους σταρ του ελληνικού σινεμά, με την έννοια ότι ήταν ανάμεσα στους 5-6 πιο ακριβοπληρωμένους και από αυτούς που έκαναν χιλιάδες έως εκατομμύρια εισιτήρια. Παρ’ όλα αυτά, χωρίς να είναι μίζερος και χωρίς να είναι τσιγκούνης δεν ζούσε ζωή πολυτελείας, αντιμετώπιζε τους ανθρώπους με μια ειλικρινά φιλική διάθεση, ήταν καλός φίλος, καλός στην οικογένειά του και ανοιχτόκαρδος προς όλους τους ανθρώπους. Ηθελε να τον αγαπάνε, το είχε ανάγκη και το ευχαριστιότανε, όπως και το να ανταποδίδει αυτή την αγάπη.

Γι’ αυτόν οι σκηνές των θεάτρων και τα καμαρίνια, όπως και τα πλατό του σινεμά ήταν το σπίτι του. Οχι πως σπίτι του δεν περνούσε καλά, αλλά θα προτιμούσε να πήγαινε στο σπίτι του μετά το θέατρο ή μετά το γύρισμα. Το άρωμα, η αίσθηση του χώρου της αγαπημένης του δουλειάς τον γέμιζε χαρά και ενέργεια. Αγαπούσε τους ανθρώπους και δεν θα πω εδώ το κακόγουστο που ακούω συνέχεια «αγαπούσε τις γυναίκες». Φυσικά και αγαπούσε τις γυναίκες και ερωτικά όπως αγαπούσε τους άντρες φιλικά.

Ο Κώστας Βουτσάς ήξερε να λέει και «ευχαριστώ» και το πιο μεγάλο «ευχαριστώ» νομίζω το έλεγε με τη συμπεριφορά του στην ίδια τη ζωή. Με τον ίδιο τρόπο, νομίζω, πρέπει κι εμείς να του πούμε «ευχαριστώ» για κάποια χιλιάδες χιλιάδων χιλιόμετρα σελιλόιντ από ταινίες που γύρισε για να περνάμε καλά και να γελάμε εμείς κι όλες οι επόμενες γενιές…