«Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή» φωνάζουν με ρυθμό οι διαδηλωτές βάζοντας συλλήβδην στο στόχαστρο της κριτικής τούς βουλευτές. Ο Πανούσης τραγουδούσε:

Εκλογές, κόμματα

με φρου φρου κι αρώματα.

Διαδηλώσεις, κόμματα

μ’ ανοιγμένα στόματα.

Ψηφοδέλτια σταύρωνα

κι όλη νύχτα καύλωνα.

Στης Βουλής τα έδρανα

αχ κι εγώ να έκλανα.

Τους στίχους υπέγραφε ο Γρηγόρης Ψαριανός που χρόνια αργότερα θα κατάφερνε να καθίσει στα έδρανα και να κάνει πραγματικότητα το όνειρό του. Συχνά–πυκνά έρχονται στο προσκήνιο σκέψεις πολιτειακών παραγόντων για μείωση του αριθμού των βουλευτών, που από το 1952 είναι σταθερά 300 με ειδικούς νόμους.

Συχνά, επίσης, εμφανίζονται έρευνες υπολογισμού των χρημάτων που θα γλίτωνε το κράτος αν μειώνονταν οι βουλευτές. Το ποσό, βέβαια, είναι πενιχρό σε σχέση με τον προϋπολογισμό της χώρας αλλά το θέμα δεν παύει να είναι πιασάρικο καθώς στοχοποιεί όλο το πολιτικό σύστημα.

Μια τέτοια γενικευμένη στοχοποίηση, που δεν διακρίνει διαφορές μεταξύ των βουλευτών, οδηγεί στην απαξίωση της ίδιας της δημοκρατίας. Αν η κριτική προέρχεται από την αναρχία, καλώς, γιατί οι αναρχικοί αντιπροτείνουν αμεσοδημοκρατικές δομές και έναν άλλο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Το δυστύχημα είναι ότι προέρχεται κυρίως από την Ακροδεξιά και δεν έχει στόχο συγκεκριμένους βουλευτές αλλά τη δημοκρατία την ίδια. «Ολοι ίδιοι είναι», «μόνο την τσέπη τους κοιτάνε» κ.λπ. είναι οι κοινότοπες εκφράσεις της μόδας.

Παρ’ όλα αυτά η Βουλή δεν ήταν πάντα συνώνυμη της οικογενειοκρατίας, των παχυλών μισθών, των αδιαφανών διαδικασιών και του βολέματος. Κάποιοι αγωνίστηκαν για να εκλέγονται οι βουλευτές και να μη διοικείται το κράτος από παλάτια και ξένες πρεσβείες. Και, ειδικά το 1974, πανηγύρισαν για την πτώση της χούντας. Λίγο μετά, ο Παναγιώτης Γκιόκας κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης στη Βουλή» για να γιορτάσει με χιούμορ την επιστροφή της δημοκρατίας. Εστω κι αν μέσα στη Βουλή βρίσκονται σήμερα ορισμένοι μεγάλοι καραγκιόζηδες, καλύτερα 300 βουλευτές παρά κανένας.