ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΕΡΕΣ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ/ πριν απ’ του Ευαγγελισμού/ κόντευε να κρεπάρω/ κι είπα να βγω έστω μια φορά/ να πάρω απ’ την αγορά/ δυο φύλλα μπακαλιάρο.// Μου είχε καρφωθεί στον νου/ το εορταστικό μενού/ κι ας είναι καραντίνα/ μεσούσης της Σαρακοστής/ ανήμερα της εικοστής/ πέμπτης του Μάρτη μήνα.// Πες, πες, λοιπόν, και ξαναπές/ σκαμπό, καρέκλες, καναπές/ γεμίσανε καρφίτσες/ που με τρυπούσαν με θυμό/ για να τηρήσω το έθιμο/ και να μη φάμε πίτσες.// Εψαχνα αιτίες κι αφορμές/ και στέλνω μέγκλα ες εμ ες/ πως βγαίνω να ψωνίσω/ το έδεσμά μου το παστό/ ίσα να προετοιμαστώ/ και να το ξαρμυρίσω.//
ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ/ και να του ρίχνω αποβραδίς/ νερό με το κανάτι/ και σάμπως με αμμοβολή/ να αφαιρέσω το πολύ/ και το χοντρό αλάτι.// Τι μου ’λαχε του δυστυχή!/ Εξω δεν σάλευε ψυχή/ ζώσα, σαν να ’ταν ψέμα,/ κανείς διαβάτης και καμιά/ και η αφόρητη ερημιά/ μου πάγωνε το αίμα.// Τα πεζοδρόμια κενά/ και βουβαμάρα στα στενά/ ψυχροί και άδειοι οι δρόμοι/ μόνο σε τίποτα γωνιές/ έκαναν στραβοτιμονιές/ ραλίστες αστυνόμοι.// Εξω απ’ το περιπολικό/ ένας ψηλός λαγωνικό/ Απάτσι ιχνηλάτης/ ζητά το κινητό να δει/ για να ελέγξει δηλαδή/ αν είμαι παραβάτης.//
ΑΦΟΥ ΕΙΔΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ/ με του χεριού ένα κίνημα/ μου γνέφει να περάσω/ κι ο δόλιος έγινα μπουχός/ και βιάστηκα κακήν κακώς/ στα μαγαζιά να φτάσω.// Στο σουπερμάρκετ χαλασμός/ επικρατούσε και χαμός/ δεινό υπέστην πλήγμα/ άδεια σαν τ’ αντισηπτικά/ τα ράφια με τα ψαρικά/ και μπακαλιάρος δείγμα.//
Ορθωσα το ανάστημα/ και τρέχω στο κατάστημα/ με τα κατεψυγμένα/ ελπίζοντας έστω και αχνά/ τον βακαλάο που ’ψαχνα/ να βρω απεγνωσμένα.// Και καθώς έπεφτε η βραδιά/ έδεσα κόμπο την καρδιά/ και την ψυχή μου πέτρα/ μα φθάνοντας απηύδησα/ αφού ο φτωχός αντίκρισα/ ουρά τρακόσα μέτρα.// Κι έτσι του Ευαγγελισμού/ και σε συνθήκες εγκλεισμού/ φάγαμε κολοκύθια/ και γίναμε ρεντίκολα/ με πράσα και με μπρόκολα/ ντομάτες και ρεβύθια. Και του χρόνου σπίτια μας.
