Η πολιτική κρίση στη Γερμανία που πυροδοτήθηκε από τις εξελίξεις στη Θουριγγία, μέρα με τη μέρα μοιάζει να εξελίσσεται σε δυναμική πλήρους ανατροπής στο πολιτικό σκηνικό.
Ηδη με προεξάρχον το βαυαρικό CSU πληθαίνουν οι φωνές στη Χριστιανοδημοκρατία που θέλουν εδώ και τώρα εκλογή του διαδόχου της παραιτηθείσας επικεφαλής της CDU Κραμπ-Καρενμπάουερ, μια επιλογή που αν υιοθετηθεί θα οδηγήσει όχι μόνο στην πρόωρη αποχώρηση της Μέρκελ αλλά και στον τερματισμό της συμμετοχής των Σοσιαλδημοκρατών στην κυβέρνηση του Μεγάλου Συνασπισμού και στη συνέχεια στη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών.
Το πιο εντυπωσιακό στο πλαίσιο της συνολικής παραπάνω αποσταθεροποίησης του πολιτικού σκηνικού στη Γερμανία είναι η απουσία κάθε ουσιαστικού διαλόγου και πολύ περισσότερο αντιπαράθεσης για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Με άλλα λόγια η άτυπη συναίνεση-ταύτιση της ευρωπαϊκής πολιτικής των δύο μεγάλων κομμάτων Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών εξακολουθεί, με εξαίρεση την ευρωσκεπτικιστική ρητορική της Εναλλακτικής, να κυριαρχεί και στο σημερινό πολυδιασπασμένο πολιτικό σκηνικό.
Η ταύτιση των ευρωπαϊκών επιλογών του CDU με το SPD αποτυπώνεται ανάγλυφα στη διαδοχή στην ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών από την έναρξη της κρίσης το φθινόπωρο του 2009 μέχρι και σήμερα.
Την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης σε εθνικό πλαίσιο δρομολόγησε ο Σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών Στάινμπρουκ, με τον Σόιμπλε να παίρνει τη σκυτάλη στα τέλη του 2009 με κύρια γραμμή πλεύσης τα μηδενικά ελλείμματα –το «μαύρο μηδέν»– και την αποφυγή αμοιβαιοποίησης των κινδύνων και μεταφοράς πόρων εντός της ευρωζώνης, μια γραμμή πλεύσης που τηρεί πιστά και ο Σοσιαλδημοκράτης διάδοχός του Σολτς από την άνοιξη του 2018 μέχρι και σήμερα.
Σήμερα ούτε η στασιμότητα στα όρια της ύφεσης της οικονομίας στη Γερμανία, που προκύπτει κυρίως ως παρενέργεια της μείωσης της ζήτησης στην Κίνα λόγω της επιθετικής εμπορικής πολιτικής Τραμπ, ούτε η ενδεχόμενη επιβολή δασμών στις εξαγωγές της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας ούτε η απειλή ενός σκληρού Brexit στα τέλη του χρόνου έχουν προκαλέσει διάλογο για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Ευρωπαϊκή Γερμανία ή γερμανική Ευρώπη; Στο παραπάνω δίλημμα που έθεσε η ενοποίηση της Γερμανίας τον Οκτώβριο του 1990 υποτίθεται ότι απάντησε η Συνθήκη του Μάαστριχτ που έθεσε τον στόχο της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ε.Ε με πρώτο σταθμό την ΟΝΕ.
Στην πορεία των εξελίξεων, κατά κύριο λόγο μετά την υιοθέτηση της μινιμαλιστικής Συνθήκης της Λισαβόνας και κυρίως μετά την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το φθινόπωρο του 2009 αλλά και της κρίσης στην ευρωζώνη μετά την άνοιξη του 2010, διαπιστώθηκε ότι το Βερολίνο κυριαρχείται από ένα μείγμα ακινησίας και εσωστρέφειας που θα μπορούσε να αποκληθεί «σύνδρομο της Μεγάλης Ελβετίας».
Σχεδόν επί μία δεκαετία η Γερμανία, ικανοποιημένη με τις επιδόσεις της οικονομίας της και την πολιτική της σταθερότητα, διαμόρφωσε την ψευδαίσθηση ότι η αποσταθεροποίηση που καταγραφόταν στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία θα σταματούσε στα σύνορά της…
Σήμερα διεθνείς, ευρωπαϊκοί αλλά και εσωτερικοί αποσταθεροποιητικοί κραδασμοί αποδομούν το σύνδρομο της Μεγάλης Ελβετίας, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχουν ξανανοίξει τη συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τη θέση και τον ρόλο της Γερμανίας.
