Στην αρχή ήταν ένα «Φίλιπς», ντυμένο με λευκό βακελίτη, που το ‘χαμε πάνω στον μπουφέ του χολ σε περίοπτη θέση. Στο χολ μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω απ’ τη σόμπα -«σαλαμάντρα» τη λέγαμε- κάθε βράδυ μετά το δείπνο. Ανοίγαμε το «Φίλιπς» (το ραδιόφωνο) κι όταν άναβαν οι λυχνίες κι έπαιρνε μπροστά, παραδινόμασταν στη μαγεία του: «Τζον Γκρικ», με τον Λιάκο Χριστογιαννόπουλο στον ρόλο του ντετέκτιβ που λύνει τα μυστήρια και πιάνει τους δολοφόνους. «Αυτός που σε όλα απαντά», με τον Μίμη Πλέσσα, που για μένα ήταν ο πιο σοφός άνθρωπος του κόσμου, γιατί απαντούσε σ’ όλες τις (εγκυκλοπαιδικές) απορίες των ακροατών. Και πολλά άλλα.
Μα πάνω απ’ όλα… το ποδόσφαιρο! Με τον σπίκερ να περιγράφει τις «διαξιφιστικές» πάσες, τον απίστευτο τρόπο με τον οποίο ο Μπέμπης «σημείωνε τέρματα» και το πώς «υπερίπτατο ο τερματοφύλαξ» Σάββας Θεοδωρίδης. Κάθε Κυριακή απόγευμα καβγαδίζαμε με τον πατέρα μου για το αν θα ακούσω εγώ τον αγώνα ή εκείνος το «Τρίτο Πρόγραμμα». Συνήθως, με την παρέμβαση του ΟΗΕ (της μητέρας μου) πέρναγε το δικό μου.
Αφιέρωμα στο ραδιόφωνο, λόγω της Παγκόσμιας Μέρας Ραδιοφώνου; Οχι, βέβαια. Απλά, δυο-τρεις αναμνήσεις, έτσι, by the way, που θα έλεγε κι ο Κίμων Κουλούρης. Ηταν η δεκαετία του 1950, η TV θα ‘ρχόταν 20 χρόνια μετά και την «Καθημερινή», που έφερνε το μεσημέρι ο πατέρας, τη διάβαζε μόνο ο ίδιος. Εμείς, κολλημένοι στο «Φίλιπς». Η κοπέλα που ‘χαμε στο σπίτι, κλεινόταν τα μεσημέρια στην κουζίνα κι άκουγε Καζαντζίδη, στο πολύ σιγανό, μην τον ακούσει ο πατέρας και πάθει κάνα έμφραγμα.
Μεγαλώνοντας και βγαίνοντας απ’ το σπίτι, το ραδιόφωνο σιγά σιγά βγήκε απ’ τη ζωή μας. Ηρθε κι η τηλεόραση και πλέον το «Φίλιπς» πήγε στο πατάρι. Θα ‘μενε εκεί κάποια χρόνια, μέχρι που ήρθε ο Μάνος Χατζιδάκις, ανέλαβε το Τρίτο και -χάρη και στη Μαρία Ρεζάν- το απογείωσε. Τότε ξανακούσαμε ραδιόφωνο. Και μας ξανάγινε απαραίτητο με τον «Αθήνα 98,4» του Τζαννετάκου, στα τέλη του ’80. Το ακούγαμε στο σπίτι, στη δουλειά, στο αυτοκίνητο, στην παραλία.
Τα τελευταία 30 χρόνια το ραδιόφωνο έδωσε τη μάχη του με τις εφημερίδες και την κέρδισε. Δεκάδες καλοί δημοσιογράφοι -και όχι μόνο- φρόντιζαν, με επάρκεια, για την ενημέρωση και την ψυχαγωγία μας. Μέχρι που ήρθε μια νέα φυλή δημοσιογράφων και το ‘καναν πολιτική ντουντούκα. Αλλά γι’ αυτούς δεν αξίζει να πούμε περισσότερα. Γυρνάμε το κουμπί, αλλάζουμε σταθμούς και προχωράμε…
