«…έριξε κακή μέσ’ το στρατό πανούκλα…»
Ιλιάδα, ραψωδία Α, στίχος 10 (μτφρ. Αλέξανδρου Πάλλη)
Ετσι κορυφώνεται η θεία μήνις στον Ομηρο, με την απόλυτη «θεομηνία», την επιδημία, τον λοιμό. Το φονικά λοιμογόνο στέλεχος COVID-19 μας υπενθύμισε πως οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις μιας πανδημίας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι πιο επίφοβες από ποτέ, ενώ και ο ρυθμός εμφάνισης πανδημιών μάλλον θα αυξάνεται. Ωστόσο, αν και ο ρόλος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας στις πανδημίες είναι κρίσιμος, βάσει και των κατευθυντήριων οδηγιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, φυλλομετρώντας τις ιστοσελίδες διαπίστωσα πως η συμμετοχή της πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σχέδιο δράσης για την πανδημία του κορονοϊού είναι σχεδόν μηδενική.
Ούτε λέξη για τον αυτονόητα κρίσιμο και πολύπλευρο ρόλο της πρωτογενούς αντιμετώπισης και περιορισμού της λοίμωξης. Αποκλειστικά και μόνο το λήμμα «νοσοκομείο» εκπνέει από το στόμα κάθε Ελληνα και κυριαρχεί σε γραπτές και προφορικές ανακοινώσεις και οδηγίες στα ΜΜΕ. Εύλογα λοιπόν αναρωτιέται ποια η συμμετοχή της πληθώρας των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας και γιατί τα βαριά υποστελεχωμένα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια νοσοκομεία μας καλούνται να σηκώσουν όλο το βάρος της πανδημίας;
Αξίζει να σημειωθεί πως το 2018 καταγράφηκαν πανελληνίως 2.101 ιατρεία και μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας, ενώ μόνο στα 204 κέντρα υγείας της χώρας υπηρετούσαν 1.797 ιατροί, 2.318 νοσηλευτές και νοσηλεύτριες και 1.967 άτομα άλλων ειδικοτήτων. Αυτή η «στρατιά» της πρωτοβάθμιας υγείας, με ιδανική πραγματικά γεωγραφική κατανομή, παραμένει αναξιοποίητη, δυστυχώς όχι μόνο για την αντιμετώπιση του κορονοϊού, αλλά και για την απόλυτα αναγκαία στήριξη της ψυχορραγούσας δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας υγείας του τόπου μας.
Η πρωτοφανής κατάσταση που βιώνει η χώρα έχει και πρωτόφαντες επιπτώσεις στη λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας και ιδίως της νοσοκομειακής περίθαλψης. Υπό την αφόρητη πίεση του έκτακτου της κατάστασης και, δικαιολογημένα, χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό, δημιουργούνται τμήματα με ειδικούς θαλάμους σε νοσοκομεία «αναφοράς», τα οποία όμως πρέπει να στελεχωθούν πάραυτα με ιατρονοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό. Εδώ, λοιπόν, αρχίζει το αδιέξοδο.
Ανάμεσα στις μυριάδες παθογένειες που επωάζει, η χώρα μας φιγουράρει στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως σε αριθμό νοσηλευτών ανά κάτοικο – με μόλις 3,6 νοσηλευτές/100.000 κατοίκους το 2013. Ο απελπιστικά χαμηλός αριθμός συγκριτικά με τη σχεδόν τριπλάσια συχνότητα στις ευρωπαϊκές χώρες δεν μοιάζει να βελτιώνεται με την πάροδο των ετών, καθώς η απογραφή του 2017 αναφέρει 38.400 νοσηλευτές πανελλαδικά, 42 λιγότερους από το 2014. Οι πολυποίκιλες επιπτώσεις του θλιβερού αυτού ρεκόρ στη δυσλειτουργία της δεύτερο- και τριτοβάθμιας υγείας είναι εμφανείς στον καθένα και επιπροστίθενται στο ήδη αποψιλωμένο ιατρικό και λοιπό παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων της χώρας.
Ωστόσο, η άμεση απόκριση των νοσοκομείων «αναφοράς» στην απειλή του κορονοϊού ήταν η στελέχωση των νεοσύστατων τμημάτων αντιμετώπισης της πανδημίας μέσω απόσπασης των τελευταίων απομειναριών νοσηλευτικού προσωπικού άλλων κλινικών του ίδιου νοσοκομείου. Δεν γνωρίζω ποιος εισηγήθηκε την αλλόκοτη αυτή χίμαιρα, αλλά ακόμα και ο φόβος της διαβόητης επαγγελματικής εξουθένωσης των εναπομενόντων νοσηλευτών ξεθωριάζει μπροστά στις ολέθριες συνέπειες που μπορεί να έχει η παραπάνω κίνηση στα πολύπαθα νοσοκομεία μας. Αρκεί να υπενθυμίσω πως η νόσηση ενός μόνο νοσηλευτή ή ιατρού θέτει αυτομάτως σε καραντίνα όλο το προσωπικό που ήρθε σε επαφή μαζί του ακόμη και μέρες πριν, ρίχνοντας το πάρθιο βέλος του κλεισίματος ολόκληρων τμημάτων και κλινικών, όπως δυστυχώς έχει ήδη γίνει σε αρκετές περιπτώσεις.
Χρόνια τώρα γνωρίζουμε τα αδιέξοδα της δευτερο- και τριτοβάθμιας δημόσιας υγείας, εν πολλοίς προϊόντα της οικονομικής και αξιακής παρακμής του τόπου μας. Στον αντίποδα, μια ικανοποιητικά στελεχωμένη πρωτοβάθμια υγεία, από την οποία δεν ζητήθηκε ποτέ να καταγράψει τις πραγματικές ιατρικές και νοσηλευτικές πράξεις που διενεργεί.
Αλήθεια, πόσο παράδοξο είναι να μην υπάρχουν εφημερεύοντες σε δεύτερο- και τριτοβάθμια νοσοκομεία όταν στον ίδιο νομό υπηρετούν δεκάδες ή και εκατοντάδες γιατροί στην πρωτοβάθμια περίθαλψη; Πόσο οξύμωρη είναι η ύπαρξη πολυάριθμων νοσηλευτριών και μαιών σε περιφερικά ιατρεία και κέντρα υγείας που δεν εκτελούν χειρουργεία, τοκετούς και εν κατακλείδι νοσηλείες, όταν σε τριτοβάθμια κέντρα το νοσηλευτικό προσωπικό στερείται αδειών και εξοντώνεται σε διπλές βάρδιες;
Ασφαλώς μαγικές λύσεις γεννά μόνο η μυθοπλασία, αλλά ακόμα και ο -ασφαλώς απαραίτητος- έκτακτος διορισμός υγειονομικού προσωπικού συνοδεύεται από το αναπόφευκτο μειονέκτημα της στελέχωσης με μη έμπειρο προσωπικό. Υπάρχει όμως μια κίνηση που πρέπει να γίνει έγκαιρα και συντονισμένα από το υπουργείο, τις υγειονομικές περιφέρειες και τις διοικήσεις των νοσοκομείων.
Ενα μέτρο συνεισφοράς που επιβάλλει η σοβαρότερη πανδημία που αντιμετώπισε η μεταπολεμική ανθρωπότητα. Η άμεση μετακίνηση ιατρών και νοσηλευτών από την πολυπληθή δεξαμενή των πρωτοβάθμιων μονάδων στα νοσοκομεία μπορεί αφενός μεν να ανακόψει την ιλιγγιώδη πορεία της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας δημόσιας περίθαλψης προς την ολοκληρωτική καταστροφή, αφετέρου να συμβάλει στη σωστή και δίκαια ανακατανομή της εργασίας στον χώρο της υγείας.
*Καθηγητής Αιματολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
