ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ
Ξωμάχοι ο δεκαετής Μανώλης με τον πατέρα του, περνούσαν το πλείστον του καιρού τους στα βουνά νησιωτικού μας συμπλέγματος, φροντίζοντας το κοπάδι τους, το αμπελάκι για το κρασί και τη ρακή της χρονιάς και το ξερικό περδιάρι που εμπλούτιζε πού και πού το πιάτο τους με τίποτα καχεκτικά κηπευτικά. Ο δεινός θηρευτής ποντικών παρδαλός και ευτραφής γάτης εξασφάλιζε την ακεραιότητα της τυροκομικής τους παραγωγής, μπαινοβγαίνοντας σαν αυτοκράτορας από έναν τρόχαλο στον υγρό και ανήλιαγο αποθηκευτικό της μιτάτο.
Ωσπου δοκίμασε κάποτε τυρί, ξετρελάθηκε με την πικάντικη, ντελικάτη γεύση του κι άρχισε να μαγαρίζει μυζήθρες, γραβιέρες και αρσενικά. Ο ταλαίπωρος βοσκός προσπαθούσε ματαίως να τον πιάσει μπας και τον συνετίσει, αλλά το αιλουροειδές δεν ήταν κορόιδο να πέσει στις παγίδες που του ’στηνε. Μακριά κι αγαπημένοι, όπως εμείς καλή ώρα ελέω διασποράς του κορονοϊού. Με τον Μανώλη, ωστόσο, διατηρούσε την παλιά οικειότητα, πλησιάζοντάς τον για κανακεμάτα και χάδια τις ώρες που απουσίαζε ο γέρος.
Το άχτι του πατέρα στοίχειωνε και τον γιο, που σκέφτηκε να πάρει οικογενειακώς εκδίκηση με ένα κάπως άηθες καψώνι. Αφαίρεσε το δερμάτινο κολάρο από χάλκινο καμπανέλι –κουδούνι που φορούν στα μικρά αρνιά–, του πέρασε σιρίτι από επεξεργασμένο άντερο και μια μέρα που ’παιζε ανέμελα με το ανυποψίαστο γατί, του το ’δεσε στον λαιμό με ναυτικό κόμπο που δεν λυνόταν ούτε στα δέκα Μποφόρ.
Ικανοποιημένος από το ιδιοφυές τέχνασμα ο μικρός αμόλησε το δόλιο το ζωντανό, που πήρε τρέχοντας τα όρη, πασχίζοντας να απαλλαγεί από τον εκκωφαντικό ήχο, ο οποίος συνόδευε κάθε του βήμα. Δεν τολμούσε να αποκαλύψει το μυστικό του ο Μανώλης, υπομειδιώντας στις διαρκείς οχλήσεις του πατέρα του, που έσπαγε το κεφάλι του να εξηγήσει την ξαφνική εξαφάνιση του γάτη. Μόνο ο Θεός και ο προστάτης του Αγιος Φραγκίσκος γνωρίζουν τι τράβηξε ο καψερός.
Κουδουνίζοντας ακατάπαυστα, βολόδερνε εξουθενωμένος στα πέριξ. Εκτός απ’ τη φρίκη που του προκαλούσε ο ακατανόητος πάταγος, ήταν καταδικασμένος σε σίγουρο θάνατο από λιμό, αφού τα λαχταριστά του εδέσματα, ποντικοί και πουλιά, τα οποία τον έτρεμαν άλλοτε, τώρα τον έπαιρναν στο ψιλό και γελούσαν μέχρι κράμπας σιαγόνος ή ράμφους με την κατάντια του. Την ημέρα γινόταν μπουχός στις κορφές, αλλά τα βράδια κατέβαινε στα γειτονικά αγροτόσπιτα μπας και βρει κάνα ξεχασμένο μεζέ να διασκεδάσει κομμάτι την πείνα του.
Οι γύρω βοσκοί απορούσαν με τη μελωδία του κουδουνιού στο πηχτό σκοτάδι. Τα πρόβατα έβλεπαν μαντρισμένα από ώρα χλοερά όνειρα· αποκλείεται να ’χε ξεμείνει κανένα τους στις χορτονομές. Καθώς οι άνθρωποι της υπαίθρου είναι αδιόρθωτα δεισιδαίμονες, απέδωσαν το αλλόκοτο νταβαντούρι σ’ τσι διαόλοι, τσι καλές κιουράδες (σ.σ. νεράιδες) και σε κάθε λογής ξωτικά. Μεγαλοποιώντας την επαύριο ο ένας με τον άλλο τις μεταμεσονύκτιες ραψωδίες, πίστεψαν ότι ο τόπος είναι στοιχειωδώς στοιχειωμένος.
