Στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων επτά ετών προσγειώθηκε, στο τέλος του 2019, η οικονομία της ευρωζώνης, καθώς Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία, οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της… πάτωσαν.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα από τη Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης σημείωσε στο τελευταίο τρίμηνο του 2019 μηδενική ανάπτυξη, καθώς τόσο ο τομέας της μεταποίησης όσο και οι εξαγωγές της συνέχισαν να συρρικνώνονται. Στο ίδιο διάστημα, η γαλλική και η ιταλική οικονομία τα πήγαν ακόμη χειρότερα, καταγράφοντας αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης, -0,1% και -0,3% αντίστοιχα.
Στο σύνολό της, στο τρίμηνο αυτό, η οικονομία της ευρωζώνης αναπτύχθηκε με ρυθμό μόλις 0,1%, που είναι ο χαμηλότερος από το 2013 -περίοδο κατά την οποία αυτή βρισκόταν ακόμη υπό την επήρεια της κρίσης χρέους. Η οικονομική στασιμότητα χτυπά τις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, ενώ αγωνίζονται να αποκρούσουν τις επιπτώσεις της εμπορικής σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας, της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση και προσφάτως του κοροναϊού.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προσπαθεί από την πλευρά της να τονώσει την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό με αρνητικά επιτόκια και περαιτέρω αγορές κρατικών ομολόγων. Ομως η συνταγή αυτή δοκιμάστηκε και στα προηγούμενα χρόνια και -όπως αποδείχθηκε- αδυνατεί να βάλει την ευρωζώνη οριστικά σε ένα μονοπάτι σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης.
Από την άλλη πλευρά, οι περισσότερες κυβερνήσεις, δέσμιες των κανόνων του σφικτού Συμφώνου Σταθερότητας, αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να ασκήσουν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, που θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει το φάρμακο για την τόνωση της ανάπτυξης.
Βασικός υπεύθυνος γι’ αυτήν την «εμπλοκή» της δημοσιονομικής και στο σύνολο της οικονομικής πολιτικής είναι βέβαια η Γερμανία, που, αντίθετα με αρκετούς εταίρους της, ανθεί οικονομικά εδώ και μια δεκαετία, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη περίοδο ανάπτυξης από την επανένωσή της και σημειώνοντας αλλεπάλληλα εμπορικά πλεονάσματα – ρεκόρ σε βάρος τόσο έναντι των Ευρωπαίων εταίρων της όσο και του υπόλοιπου κόσμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμη και πέρυσι, που ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξής της ήταν μόλις 0,6% (ο χαμηλότερος από το 2013 και περίπου μισός από αυτόν που επέτυχε στο σύνολό της η ευρωζώνη), η Γερμανία εμφάνισε πλεόνασμα στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών ύψους 293 δισ. δολαρίων, το υψηλότερο στον κόσμο για 4ο συνεχόμενο χρόνο.
Είναι προφανές όμως ότι, εν μέσω εμπορικών πολέμων, κοροναϊών και της γενίκευσης των γεωπολιτικών εντάσεων, αυτό το εξαγωγικό μοντέλο ευημερίας της Γερμανίας φτάνει στα όριά του. Με δεδομένες τις επιφυλάξεις που υπάρχουν για την πορεία του παγκόσμιου εμπορίου, της αυτοκινητοβιομηχανίας και την αβεβαιότητα του Brexit, αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν ήδη ότι η φετινή ανάπτυξη της Γερμανίας θα «καθηλωθεί» στο 0,5%.
Υπογραμμίζουν ότι κάποιες από τις μεγαλύτερες αδυναμίες που το Βερολίνο βρίσκει ήδη μπροστά του είναι η έλλειψη βασικής ψηφιακής υποδομής, το αυξανόμενο κενό ψηφιακών δεξιοτήτων και η ανεπάρκεια χρηματοδότησης των καινοτόμων επιχειρήσεων.
