Οδεύοντας πλέον ολοταχώς προς την τρίτη εβδομάδα (και σίγουρα όχι την τελευταία) μαζικού εγκλεισμού, με σκοπό την αντιμετώπιση μιας παγκόσμιας κρίσης υγειονομικού αλλά και οικονομικού χαρακτήρα, είναι πλέον ξεκάθαρο ότι προτεραιότητα αποτελεί η ‘’διάσωση’’ ενός όσο το δυνατόν αρτιότερου λειτουργικά κράτους. Με όπλο την τεχνολογία, βλέπουμε να πραγματοποιείται τοπικά, εθνικά, Ευρωπαϊκά αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο μια πρωτοφανής συλλογική απόπειρα (έστω και υπό την πίεση μιας πανδημίας) ψηφιοποίησης των βασικών πτυχών του κοινωνικού και κρατικού γίγνεσθαι.
Το διακύβευμα που τίθεται εν προκειμένω, είναι το αν και κατά πόσο θα επηρεαστούν τα συνταγματικώς προβλεπόμενα δικαιώματα από τις νέες αβέβαιης χρονικής διάρκειας μεταβολές. Ως γνωστόν η υψηλή μεταδοτικότητα ενός θανατηφόρου ιού τόσο για χιλιάδες συνανθρώπους μας όσο και για το ίδιο το σύστημα υγείας, συνιστά αδιαμφισβήτητα λόγο περιορισμού των ατομικών αλλά και κοινωνικών δικαιωμάτων, εφόσον βέβαια οι περιορισμοί αυτοί βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τον σκοπό που εξυπηρετούν. Παρόλα αυτά, αναγνωρίζοντας τα ιδανικά που ελλοχεύουν πίσω από κάθε συνταγματικό κεκτημένο αλλά και την πρακτική αξία που αυτά αποκτούν στο πλαίσιο μιας έννομης τάξης, οφείλουμε να θέσουμε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον περιορισμό ενός δικαιώματος και στην πλήρη αδρανοποίηση του. Το πρώτο είναι ανεκτό σε γενικές γραμμές, ενώ το δεύτερο σε καμία περίπτωση δεν συνάδει με ένα κράτος δικαίου και σίγουρα δε δικαιολογείται ενόψει καμίας συνθήκης.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το άρθρο 20.1 του συντάγματος που θεσπίζει ανεξαιρέτως για όλους το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Την δεδομένη χρονική στιγμή έχουν ανασταλεί όλες οι δικαστικές διαδικασίες, ενώ συνάμα έχει εκλείψει η δυνατότητα προσφυγής επί των δικαστηρίων για την επίλυση διαφορών μεταξύ ιδιωτών ή και μεταξύ Δημοσίου και ιδιώτη. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ο καθένας βρίσκεται απροστάτευτος απέναντι σε κάθε κρατική ή ιδιωτική αυθαιρεσία που ενδέχεται να συμβεί μέσα στο διάστημα αυτό. Μπορεί άραγε να δικαιολογηθεί ένας ολοκληρωτικός περιορισμός που προσβάλει τον ίδιο τον πυρήνα ενός τέτοιου δικαιώματος υψίστης σημασίας; Η απάντηση είναι αρνητική ιδίως αν συλλογιστούμε ότι η δικαστική λειτουργία αποτελεί μια από τις τρεις λειτουργικές εκφάνσεις της πολιτείας. Μονόδρομος στην επίλυση μιας τέτοιας πρακτικής δυσχέρειας εμφανίζεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής προσφυγής στην δικαιοσύνη και η προσωρινή διεξαγωγή των δικών υπό την μορφή της τηλεδιάσκεψης.
Στην ίδια μοίρα βρίσκονται και από άποψη πρακτικού αποκλεισμού συνδυαστικά τα δικαιώματα που θεσπίζονται στα άρθρα 11.1, 23.2 του συντάγματος. Η πρώτη διάταξη προβλέπει την δυνατότητα δημοσίων συναθροίσεων που εξυπηρετούν ορισμένο σκοπό, ενώ η δεύτερη το δικαίωμα συλλογικής απεργίας για την προάσπιση των εργασιακών και οικονομικών δικαιωμάτων. Δεδομένης όμως της επιβληθείσας απαγόρευσης της δημόσιας κυκλοφορίας, καταλύεται (δικαιολογημένα) το διαθέσιμο ‘’μέσο’’ (άρθρο 11.1) για να επιτευχθεί ο σκοπός του άρθρου 23.2. Παράλληλα, εξετάζοντας τις κανονιστικές αυτές ρυθμίσεις υπό το πρίσμα της προσωρινής αναστολής των δικαστικών διαδικασιών αλλά και της οικονομικής ύφεσης που επικρατεί τόσο στον κρατικό αλλά και σε μεγαλύτερο βαθμό στον ιδιωτικό τομέα συνειδητοποιούμε άμεσα τον κίνδυνο εργασιακής εκμετάλλευσης που ελλοχεύει. Στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση ο εργαζόμενος δεν έχει κανένα διαθέσιμο μέσο διαμαρτυρίας ούτε και κάποιο μηχανισμό άμυνας και διατίθεται στο έλεος της (αν)ιδιοτέλειας του εργοδότη. Συνεπώς, ως αναγκαιότητα παρουσιάζεται η διεύρυνση του έως τώρα ανακοινωθέντος μηχανισμού στήριξης του υπουργείου εργασίας, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε όλους τους διατελούντες υπό σχέση εξαρτημένης εργασίας να προσφύγουν άμεσα σε αυτόν ,για να διασφαλίσουν τα εργασιακά τους δικαιώματα.
Πέραν όμως από τα δικαιώματα των οποίων οι περιορισμοί οφείλουν να περιοριστούν, δημιουργώντας δικλείδες ασφαλείας για τους φορείς τους, υπάρχουν και ορισμένες άλλες συνταγματικές επιταγές που θεσπίζουν θετικές υποχρεώσεις για το κράτος, τα λεγόμενα δικαιώματα της κοινωνίας απέναντι στο κράτος.
Στον κατάλογο των επιταγών αυτών το πρωτείο κατέχει η περίθαλψη των απόρων και η στέγαση των αστέγων (κρατικές υποχρεώσεις που έως τώρα αμελούνται σε μεγάλο βαθμό), άρθρα 21.3 και 21.4 του συντάγματος. Εν μέσω της εκτεταμένης απαγόρευσης της κυκλοφορίας και της εξωτερικής συσκότισης μεγάλο μέρος των αλληλέγγυων πράξεων (όπως συσσίτια, παροχή ρουχισμού και φαρμάκων) προς τους συνανθρώπους μας αυτούς έχει εκλείψει. Τα άτομα αυτά, καθώς στερούνται χώρου στέγασης, εκτίθενται σε απάνθρωπες συνθήκες υψηλού κινδύνου και ταυτόχρονα μη έχοντας την δυνατότητα να θέσουν τους εαυτούς τους σε καραντίνα καταλήγουν να συμβάλουν αρνητικά στην εξάπλωση του ιού. Επομένως το ζήτημα της μέριμνας για τους ανθρώπους αυτούς εκτός της ανθρωπιστικής του διάστασης καταλήγει εκτάκτως να αποκτά και υγειονομική σημασία.
Τέλος, διανύοντας, όπως προαναφέρθηκε, την μετάβαση από μια τεχνολογικά προηγμένη εποχή σε μια (έστω και προσωρινού διαστήματος) ψηφιακά δομημένη και διαδικτυακά κινούμενη εποχή, ουσιώδης είναι ο προβληματισμός σχετικά με την πρόσβαση στην λεγόμενη ‘’κοινωνία της πληροφορίας’’. Ήδη αντιλαμβανόμαστε ότι μέσα σε μηδαμινό διάστημα στον οικονομικό τομέα έχει εντατικοποιηθεί η τηλεργασία, στον χώρο της εκπαίδευσης μαθήματα φροντιστηριακά, σχολικά αλλά και ακαδημαϊκά λαμβάνουν χώρα μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες, ενώ δημόσιες υπηρεσίες, όπως ΚΕΠ και ΔΟΥ λειτουργούν ηλεκτρονικά. Το ερώτημα που αναδύεται στην επιφάνεια είναι το πώς θα μπορέσουν οι ηλικιωμένοι πολίτες, όσοι στερούνται των απαραιτήτων μέσων για την χρήση των τεχνολογιών αυτών, αλλά και όσοι δεν γνωρίζουν την χρήση τους, να ενσωματωθούν στις νέες εξελίξεις για να μην αποξενωθούν έμμεσα από τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Το ίδιο το σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 5Α την υποχρέωση του κράτους να διευκολύνει την πρόσβαση στην κοινωνία της πληροφορίας και λαμβανομένης υπόψην της άμεσης ανάγκης για χρήση αυτών τον εργαλείων, θα ήταν εύλογο να παρθούν κάποια μέτρα. Ενδεικτικά η χορήγηση ενός επιδόματος για την αγορά στοιχειώδους εξοπλισμού σε όσους δεν τον κατέχουν ή η μέριμνα για διαδικτυακά σεμινάρια επιμόρφωσης πάνω στις δυνατότητες του διαδικτύου θα μπορούσε να προσφέρει πολλά.
Συνοψίζοντας, γίνεται αντιληπτό το Test Drive, που αυτή την στιγμή περνάει όχι μόνο η πολιτεία αλλά και το ίδιο το αξιακό σύστημα της Δημοκρατίας, καθώς το γενικότερο δίλημμα που συνάγεται από τις καταστάσεις έχει την εξής διατύπωση: Είτε η συνολική κρίση αυτή θα αντιμετωπιστεί από όλους και προς όφελος όλων, είτε θα αντιμετωπιστεί από όλους αλλά προς όφελος μόνο αρκετών. Την απάντηση οφείλει να δώσει η πολιτεία.
*φοιτητής Νομικής στο ΑΠΘ
