Γιατί μένεις σπίτι; Ρωτάω τον εαυτό μου το πρωί που η συνήθεια με οδηγεί στην εξώπορτα και θέλει να κάνω ό,τι έκανα κάθε πρωί. Ο,τι έκανα και δεν πρέπει να κάνω αυτές τις μέρες της μεγάλης δοκιμασίας. Γιατί μένεις σπίτι; με ρωτάω ξανά.
Μένω σπίτι για να μπορώ να ξαναγκαλιάσω τον πατέρα μου που έχει Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια. Για να μπορώ να ξαναδώ την δεκαεφτάχρονη κόρη μου αγκαλιά με την εβδομηντάχρονη γιαγιά της να συζητούν για τις σοβαρές εξελίξεις στην τηλεοπτική σειρά που βλέπουν και οι δύο. Μένω σπίτι για να δει και εκείνη και ο εικοσάχρονος αδερφός της πως τα πράγματα είναι σοβαρά και δεν μπορούν να κάνουν ό,τι έκαναν.
Οσο σκληρό και δύσκολο κι αν τους φαίνεται. Μένω σπίτι γιατί θέλω να δω γρήγορα τους φίλους μου, να τους αγκαλιάσω σφιχτά και να τους πω τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας πόσο πολύτιμοι είναι για μένα. Και κυρίως να το πω σε όσους από αυτούς είναι σοβαρά άρρωστοι. Πώς μπορώ να τους στερήσω την ελπίδα μόνο και μόνο για να μην ξεβολευτώ εγώ;
Μένω σπίτι για χάρη του γιατρού Ρομπέρτο Στέλα που έχασε τη ζωή του από τον κορονοϊό προσπαθώντας να σώσει άλλους ασθενείς, όταν οι προμήθειες σε μάσκες και άλλο νοσοκομειακό υλικό είχαν τελειώσει. Για αυτόν και για τους τόσους άλλους που, με χέρια γεμάτα εκζέματα από τη συνεχή χρήση των γαντιών και πρόσωπα κακοποιημένα από τις προστατευτικές μάσκες, μου λένε κάθε μέρα πως εγώ πρέπει να μείνω σπίτι για να τους βοηθήσω να κερδίσουν τη μάχη.
Μένω σπίτι, γιατί δεν θέλω ποτέ μα ποτέ να δω στρατιωτικά καμιόνια στη χώρα μου να μεταφέρουν νεκρούς που δεν έχουμε χώρο να θάψουμε. Νεκρούς που δεν προλάβαμε να αποχαιρετήσουμε. Ανθρώπους που από την απομόνωση έστελναν με βιντεοκλήσεις το τελευταίο αντίο σε αυτούς που αγαπούσαν.
Μένω σπίτι, γιατί έτσι αισθάνομαι πως κάνω κάτι κι εγώ. Κάτι που δεν κοστίζει τίποτα σε μένα, αλλά που, αν το κάνουμε όλοι, μπορεί να τελειώσει τον εφιάλτη που ζούμε. Μένω σπίτι περιμένοντας πως το ίδιο θα κάνουμε όλοι για να προλάβουμε, να μη χάσουμε, αυτή την άνοιξη να χαρούμε ξανά μαζί περπατώντας αγκαλιά στα λιβάδια τις κατακόκκινες παπαρούνες και στις προκυμαίες τα όμορφα δειλινά.
