ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημ. Δασκαλόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι ποιητές κατά κανόνα ανθολογούνται, κάποτε ανθολογούν και οι ίδιοι ή ακόμα αυτοανθολογούνται. Η περίπτωση δεν είναι συχνή, αλλά δεν είναι ούτε σπάνια. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης επιχείρησε δύο φορές να δημοσιοποιήσει τις προτιμήσεις και τις επιλογές του από την ποίηση των ομοτέχνων του και μία φορά να επιλέξει δικά του ποιήματα, όπως συνέβη το φθινόπωρο του 1987 στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Ο Παρατηρητής. Κάθε ανθολογία, εφόσον δεν είναι γενική αλλά περιορίζεται στην παραγωγή ενός ποιητή ή μιας ομάδας ποιητών με λίγο ως πολύ κοινά χαρακτηριστικά, μπορεί να εξυπηρετεί ποικίλους σκοπούς. Οι ανθολογίες π.χ. που έχουν εκδοθεί για το έργο του Κωστή Παλαμά ή του Γιάννη Ρίτσου στοχεύουν στο να καταστήσουν περισσότερο προσβάσιμο και προσιτό στο κοινό την αποθαρρυντικής εκτάσεως ποίησή τους.

Η προηγούμενη ανθολογία του Αναγνωστάκη, η Χαμηλή Φωνή (1990), χαρακτηριζόταν ως «μια προσωπική ανθολογία». Στη σημερινή ανθολογία ο ποιητής ομολογεί πως προσπάθησε να αποφύγει τα υποκειμενικά στοιχεία και τις προσωπικές προτιμήσεις. Σημειώνει: «Δεν θέλησα ν’ αφήσω έξω κανέναν ποιητή που έχει πια καταξιωθεί στη συνείδηση της κριτικής, αλλά που εμένα δεν με συγκινεί ιδιαιτέρως. Θέλησα να δώσω ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης της πρώτης γενιάς». Το πόσο μπορεί να είναι αντικειμενικός ο οποιοσδήποτε ανθολόγος αποτελεί θέμα προς συζήτηση.

Η παρούσα ανθολογία έχει συγκροτηθεί σε βιβλίο κατά ανορθόδοξο τρόπο, με απομαγνητοφωνήσεις του Αναγνωστάκη, όταν διάβαζε σε ραδιοφωνικές εκπομπές τα ποιήματα που περιλαμβάνονται τώρα στο βιβλίο. Ο ποιητής αντλεί από τα αναγνωστικά του αποθέματα και κυρίως από ό,τι έχει κατασταλάξει μέσα του και έχει από τον ίδιον χαρακτηριστεί ως προϊόν νεωτερικής ποίησης. Εχω πάντως την εντύπωση ότι η τωρινή ανθολογία, επαινετή ως πρόθεση, παραμένει ημιτελής ως αποτέλεσμα.

Εξηγούμαι. Από πρόχειρη δειγματοληψία προκύπτει πως ο Αναγνωστάκης έχει περιορίσει τις επιλογές του κυρίως στα πρώτα νεωτερικά φανερώματα κάθε ανθολογούμενου. Δεν επιλέγει από το σύνολο κάθε έργου. Από τον Σεφέρη π.χ. επιλέγονται ποιήματά του από τη Στροφή έως το 1940. Ετσι παραμένουν εκτός ανθολογίας ποιήματα από όλες τις μεταγενέστερες συλλογές. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση του Ελύτη. Τα ποιήματά του προέρχονται από τις έως το 1960 συλλογές του, με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Ποιοι λογίζονται τελικώς ως νεωτερικοί ποιητές μας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Από την απάντηση που θα δώσουμε εξαρτάται η γραμματολογική τύχη τους. Στην πρώτη σε αυτοτελές βιβλίο ανθολογία νεωτερικών ποιητών (Λίνος Πολίτης, Η γενιά του τριάντα και ο Σεφέρης, 1965) ανθολογούνταν μόλις δώδεκα ποιητές. Στην έκδοση Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου (ανθολόγος ο Αλέξανδρος Αργυρίου), βιβλίο το οποίο απέκτησε με τον καιρό το κύρος καταστατικού χάρτη για τους ποιητές που ανθολογούσε, ο αριθμός των ποιητών υπερδιπλασιάστηκε και ανέβηκε στους είκοσι οχτώ, εκ των οποίων μόλις τέσσερις γυναίκες. Ο Αναγνωστάκης σημειώνει: «Θα σταθώ για μια στιγμή υποχρεωτικά στον όρο ‘‘νεωτερικός’’. Θα μπορούσα να πω μοντέρνα σύγχρονη ποίηση. Δανείζομαι τον όρο ‘‘νεωτερικός’’, που μου φαίνεται πιο προσδιοριστικός, και συνάμα πιο ελκυστικός, από τον φίλο κριτικό Αλέξανδρο Αργυρίο που, αν δεν τον χρησιμοποίησε πρώτος, οπωσδήποτε τον καθιέρωσε και τον νομιμοποίησε». Είκοσι πέντε νεωτερικούς ποιητές ανθολογεί και ο Ευριπίδης Γαραντούδης στο τόμο Η Ελληνική Ποίηση του 20ού (2008).

Ο Αναγνωστάκης ακολουθεί τον Αργυρίου και ανθολογεί είκοσι δύο ποιητές, είκοσι ένα άντρες και μόνο μία γυναίκα, τη Ζωή Καρέλλη που είναι παρούσα σε όλες τις ανθολογίες. Οι τρεις ανθολόγοι που προανέφερα έχουν ένα κοινό πεδίο δεκαοχτώ ποιητών, οι οποίοι παρελαύνουν και στις τρεις ανθολογίες: Δ.Ι. Αντωνίου, Γ.Θ. Βαφόπουλος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Γκάτσος, Αναστάσιος Δρίβας, Νίκος Εγγονόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Θέμελης, Ζωή Καρέλλη, Αλέξανδρος Μάτσας, Θεόδωρος Ντόρρος, Ζήσης Οικονόμου, Τάκης Παπατσώνης, Νικήτας Ράντος, Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Σαραντάρης, Γιώργος Σεφέρης.

Ο Αργυρίου περιλαμβάνει επιπλέον τους: Θεοδόση Πιερίδη, Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, Μανώλη Αλεξίου, Γιώργο Στογιαννίδη, Μέλπω Αξιώτη, Νίκο και Ρίτα Μπούμη Παππά, Μελισσάνθη, Κώστα Μόντη και Ζήσιμο Λορεντζάτο. Στον Γαραντούδη επανέρχονται οι: Στογιαννίδης, Ρίτα Μπούμη Παππά (χωρίς τον Νίκο Παππά αυτή τη φορά), Κώστας Μόντης και Μελισσάνθη, ενώ για πρώτη φορά εμφανίζονται εδώ και οι: Μάτση Χατζηλαζάρου, Νίκος Καββαδίας και Αλέξανδρος Μπάρας. Ο Αναγνωστάκης προσθέτει και εκείνος τον Αλέξανδρο Μπάρα και επιπλέον τους Μηνά Δημάκη, Τάκη Βαρβιτσιώτη και Αρη Δικταίο.

Με άλλα λόγια, με τις επιλογές που προανέφερα και τους κατά περίπτωση αποκλεισμούς σχηματίζεται μια άτυπη ομάδα ποιητών και ποιητριών που δεν κατατάσσεται σε μιαν ορισμένη γενιά, μια ομάδα που πιέζεται μεταξύ των νεωτερικών και των πρώτων μεταπολεμικών ποιητών. Ο Αναγνωστάκης έχει ήδη επισημάνει την περίπτωσή τους. Είναι, γράφει, «ποιητές ενός μεταιχμίου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό [της ανθολογίας], και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά».

Είμαι απολύτως πεπεισμένος πως οσάκις ένας ποιητής κρίνει τα ποιήματα των συναδέλφων του αναζητά, στους επαίνους και στις αντιρρήσεις που εκφράζει, το δικό του πρόσωπο, τις δικές του αρχές για τη λειτουργία της ποίησης, για το πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος την ποίηση γενικότερα. Εχω την εντύπωση πως και στις δύο ανθολογίες του ο Αναγνωστάκης κοιτάζει στον καθρέφτη τον εαυτό του. Πολύ σωστά παρατηρεί ο Γιώργος Ζεβελάκης πως, συνθέτοντας αυτή την ανθολογία, ο Αναγνωστάκης «θέλησε να ορίσει τη δική του λυρική συνέχεια με την ποίηση των άλλων».

*Ευσύνοπτη μορφή της ομιλίας του ποιητή, δοκιμιογράφου και βιβλιογράφου Δ. Δασκαλόπουλου στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (4 Νοεμβρίου 2019) κατά την παρουσίαση του βιβλίου.