Αποτελεί τολμηρό και απαιτητικό εγχείρημα, όπως αναγνωρίζει και ο συγγραφέας του βιβλίου «Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα», Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, να προσπαθήσει κανείς να καλύψει τα επιτεύγματα και τις αδυναμίες του ελληνικού κράτους και της διοίκησης σε ένα χρονικό εύρος που ξεπερνά τον έναν αιώνα. Κάτι τέτοιο απαιτεί επαρκή εποπτεία των βιβλιογραφικών και άλλων πηγών, αλλά και μεγάλη τριβή και εξοικείωση με έννοιες και αναλυτικά εργαλεία που προέρχονται από διαφορετικές πειθαρχίες, όπως της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της πολιτικής επιστήμης κ.ο.κ. Ο συγγραφέας τα διαθέτει όλα αυτά.
Ασφαλώς δυσκολότερο εγχείρημα, εντούτοις, είναι να καταφέρει κανείς μέσα σε μια εκτενή περιοδολόγηση να διακρίνει τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις, τις τομές που συντελούνται στον βραχύ χρόνο και τις αλλαγές που επισυμβαίνουν στη μακρά διάρκεια, τις θετικές πλευρές και τις αποτυχίες, τις φάσεις και αντιφάσεις της ελληνικής Ιστορίας. Ακόμη περισσότερο, να προσπαθήσει να αποκαθάρει το παρελθόν από τις στρεβλώσεις και τις σκοπιμότητες, από τις αγκυλώσεις και τα ιδεολογήματα. Και αυτό είναι έργο βαρύτερο και πλέον απαιτητικό για κάθε σύγχρονο ιστορικό.
Ο Δ. Π. Σωτηρόπουλος τα γνωρίζει όλα αυτά και όπως αναφέρει «οι ιστορίες είναι άπειρες και περιμένουν να ειπωθούν», τονίζοντας εντούτοις την έλλειψη αξιόπιστων μελετών και μονογραφιών που να καλύπτουν επαρκώς όλα τα επιμέρους πεδία. Επιπλέον ο συγγραφέας αναφέρει εξαρχής πως σκοπός του βιβλίου είναι «να αναδείξει τα μεγάλα σχήματα και να περιγράψει τις κυρίαρχες τάσεις […] [και] πρωτίστως να δοκιμάσει ερμηνείες». Από την άλλη, αποτελεί συνειδητή επιλογή του να αφηγηθεί την Ιστορία του ελληνικού κράτους κυρίως ως μια Ιστορία επιτυχίας, σε αντίθεση ή σε πείσμα των αντιλήψεων που επικρατούν. Μια μάλλον αισιόδοξη οπτική διαπερνά το έργο του αναφορικά με την επικράτηση του ορθολογισμού και τις επιτυχίες και προόδους που έχει συνολικά να επιδείξει η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Δεν παραλείπει, εντούτοις, να τονίζει τις επιτυχίες χωρίς να ξεχνά να επισημαίνει τις αποτυχίες, τα λάθη και τις παραλείψεις. Να δείχνει τις βασικές κατευθύνσεις, τα κοινά σημεία και τις συμπλεύσεις αλλά να αποκαλύπτει και τους σκολιούς δρόμους που διήνυσε η ελληνική κοινωνία προκειμένου να προσεγγίσει τη νεωτερικότητα. Είναι και αυτή μια ιδιαίτερη πτυχή της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

Στο βιβλίο περιγράφονται αναλυτικά οι ποικίλες απόπειρες και διαδικασίες κρατικού εκσυγχρονισμού, εξορθολογισμού θα έλεγα καλύτερα, αφού υπήρχαν τόσο πολλές αλλαγές, αναβολές και οπισθοχωρήσεις, ασυνέχειες όπως συνηθίζουμε να λέμε, που καθιστούσαν διαχρονικά το εγχείρημα αυτό πιο αβέβαιο και ασταθές από το μετέωρο βήμα του πελαργού. Tις περιοδολογεί σε τρεις φάσεις, που συνιστούν και τρία διαφορετικά στην ουσία τους κρατικά υποδείγματα: το εκσυγχρονιστικό βενιζελικό κράτος του Μεσοπολέμου, το αναπτυξιακό αλλά και πατερναλιστικό/δεσποτικό κράτος της μεταπολεμικής περιόδου και, τέλος, το κορπορατιστικό, κομματικοποιημένο κράτος των προσοδοθηρικών ομάδων συμφερόντων της Μεταπολίτευσης, με την αφήγηση να τελειώνει όχι τυχαία το 2001, χρονιά πριν από την ένταξη στο ευρώ αλλά και ακύρωσης της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης Γιαννίτση από σύσσωμο το πολιτικό σύστημα και τις συντεχνίες.
Εντούτοις όλα αυτά τα εκσυγχρονιστικά προτάγματα, επισφαλή και αβέβαια, είχαν για τον συγγραφέα έναν κοινό παρονομαστή, που ήταν ο διάλογος και η προσπάθεια συντονισμού τους με τα ξένα υποδείγματα, η αναζήτηση ενός ιδανικού ή εξιδανικευμένου (δυτικού) προτύπου. Ενός προτύπου που το αποδεχόμασταν και το απολαμβάναμε όσο το προσεγγίζαμε τα χρόνια της ευμάρειας, ενώ το ίδιο απολαμβάνουμε να αμφισβητούμε ή ακόμη να μισούμε στην παρούσα συγκυρία. Αυτή είναι επίσης μία από τις μεγάλες αντιφάσεις που βιώνουμε στις μέρες μας.
Το βιβλίο μπορεί από τον τίτλο να θέτει ως χρονικό όριο την ένταξη της χώρας στη Νομισματική Ενωση, εντούτοις δεν σταματά να ερευνά, να στοχάζεται και να αναζητεί τις αιτίες, την ιστορική γενεαλογία της σημερινής κρίσης. Επομένως το βιβλίο και οι στόχοι του εκβάλλουν στο σήμερα, στις σύγχρονες αντιπαραθέσεις και στη σημερινή πολύπλευρη κρίση και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού ο συγγραφέας δεν κρύβει την πρόθεσή του να συμβάλει στον διάλογο και στον ευρύτερο ιστορικό αναστοχασμό που έχει παράξει ήδη ενδιαφέροντα ιστοριογραφικά εγχειρήματα την τελευταία δεκαετία.
Ο Δ. Π. Σωτηρόπουλος καταφέρνει με αφηγηματική δεινότητα να μας χαρίσει μια πυκνή σύνθεση, μια εξαιρετική άσκηση κριτικής αυτογνωσίας μέσω της Ιστορίας. Για τον λόγο αυτό δεν επιμένει σε λεπτομέρειες, αν και παραθέτει ουκ ολίγα παραδείγματα και παράλληλες μικρές ιστορίες, ούτε σε μια ενδελεχή αρχειακή τεκμηρίωση, πέραν της εξαντλητικής θα έλεγα πάνω στο θέμα και για την έκταση του πονήματος βιβλιογραφίας. Το βιβλίο, μεστό και ευσύνοπτο, επιτυγχάνει νομίζω τη βασική προτεραιότητα του συγγραφέα που ήταν να αναδείξει την παιδευτική αξία και σημασία της Ιστορίας στην κρίσιμη σημερινή συγκυρία – σίγουρα την πιο κρίσιμη μετά τον διευρυμένο ελληνικό Μεσοπόλεμο, στον οποίο δεν παραλείπει να ανατρέχει και να αντλεί παραδείγματα και αναφορές. Της Ιστορίας που μπορεί να λειτουργεί αναστοχαστικά ως απολογισμός αλλά και ως αφύπνιση, να αναδεικνύει τα επιτεύγματα αλλά πρωτίστως να επικεντρώνει στις σκιές και να φωτίζει τα σκοτάδια. Και κυρίως να κάνει κατανοητή στο ευρύ κοινό την έννοια της κοινωνικής αλλαγής με ιστορικούς όρους.
* Ιστορικός
