ΔΙΑΛΕΧΤΗ ΖΕΥΓΩΛΗ – ΓΛΕΖΟΥ. Υπογραμμίζω εξαρχής το όνομα, αφού προχθές, στο φύλλο της Πέμπτης, ο γνωστός δαίμων –του τυπογραφείου τις αλλοτινές εποχές, της φωτοστοιχειοθεσίας την σήμερον–, στον οποίο ανέκαθεν χρεώνουμε γενναιοφρόνως οι δημοσιογράφοι τις αστοχίες μας, ο δαίμων της ανευθυνότητάς μας λοιπόν, εξαφάνισε ως διά μαγείας την υπογραφή του Σπύρου Μελά από το χρονογράφημα του 1934 για τον αμανέ, αποσπάσματα του οποίου παρέθεσα στη στήλη. Μου το τηλεφώνησε ευγενικός αναγνώστης, με την απορία να ακροβατεί στις φωνητικές του χορδές. Επανορθώνω ευπειθώς και επιστρέφω στο προκείμενο.
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΥΜΠΑΣΑ Η ΧΩΡΑ πανηγυρίζει για την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το πρόσωπο της Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου αποκτά πρωθύστερη επικαιρότητα, καθώς αποτελεί μια απ’ τις πρώτες ευδιάκριτες γυναικείες ποιητικές μας φωνές, την οποία ξεχώρισε ο Παλαμάς προλογίζοντας τη συλλογή της «Τραγούδια της μοναξιάς», το 1931. Ευχαριστώ από καρδιάς την Κυριακή για την καλοσύνη να μου χαρίσει έξι εξαντλημένους τόμους από τις Εκδόσεις των Φίλων με εκλεκτά ποιήματα της Διαλεχτής και διηγήματα του συντρόφου της Πέτρου Γλέζου, που μας «εκ-παίδευε» στα αναγνωστικά του Δημοτικού. Ανεκτίμητο δώρο. Το τιμώ διαλέγοντας σκόρπιους στίχους της εμβληματικής μας ποιήτριας από την άκοπη ακόμα συλλογή «Ο κύκλος της αγάπης», (1964), με την υπόσχεση ότι θα επανέλθω λίαν συντόμως. Ιδού:
ΣΠΑΣΜΕΝΟΙ ΚΛΩΝΟΙ Θαμπή σκιά σβησμένου ονείρου/ κι’ απαλοχάιδεμα ζεφύρου/ μοιάζει η αγάπη τώρα πια/ μες στην καρδιά μου,/ που δέντρο με όλα τα κλαδιά/ σπασμένα χάμου.// Αχνα υστερνή φευγάτου μύρου/ βασιλικού του παραθύρου/ κι’ απαλοθρόισμα των κλαδιών/ οι πόθοι εντός μου./ Το σκύβαλο είμαι των παιδιών/ του μάταιου κόσμου.// Μακρυά, βαθειά κοιτάω τριγύρου/ και στο μυστήριο του απείρου/ δοσμένη ολόκληρη η καρδιά,/ που μαραζώνει./ Ω τα παιδιά, τα νέα παιδιά,/ οι σπασμένοι κλώνοι!
ΑΧΟΡΤΑΓΑ ΡΟΥΦΩ το φως και πίνω/ την αυγινή δροσιά, σαν τ’ άγριο κρίνο./ Κι’ απ’ τη βουνοκορφή αγναντεύω πέρα, προς το γαλάζιο φως και προς τη μέρα./ Του δειλινού τα χρώματα βαθειά μου/ σαν τα κρινάκια ανθίζουνε της άμμου./ Ζώνη τριανταφυλλένια της αυγής,/ κελάρισμα απαλό της κρύας πηγής,/ κι’ εσύ τραγούδι ερωτικό του ανέμου,/ για τις παλιές αγάπες μίλησέ μου./ Μόνο για σας, τ’ αυτιά έχω και τα μάτια!/ Επαψα να ζητάω τα μονοπάτια,/ που τάσβησε ο καιρός με το άγιο χέρι,/ καθώς να σβει τα πάντα εκείνος ξέρει./ Εδώ κοντά σας, δέντρα και κλαδιά,/ θαρθεί να μ’ ανταμώσει πια η βραδιά.
ΕΙΚΟΝΑ Φαντάζανε τα πολυτρίχια/ κρουστό σμαράγδινο δεμάτι,/ καθώς εγέλαγε η σελήνη/ πάνω απ’ τη στέρνα τη γεμάτη.// Της γιασεμιάς ο θαμπός ήσκιος,/ καθώς κουνούσε αγαλινά,/ έλεγες πάνω από τη στέρνα/ όνειρο απόκοσμο περνά.
ΜΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ Βρέχει έξω, βρέχει, κι’ είμαι μόνη./ Ω! τι βροχή που πέφτει Θεέ μου!/ Στην πένθιμη ώρα, που νυχτώνει,/ να και το σφύριγμα του ανέμου.// Το τζάκι μου δεν έχει ξύλο./ Πολύς καιρός, που είναι σβησμένο./ Τρέμει η καρδιά μου, χλωμό φύλλο/ σ’ ένα κλαδάκι αρρωστημένο.// Χτυπά η βροχή απαλά στο τζάμι/ τα μαγεμένα της δαχτύλια./ Λυγά η ψυχή μου, ένα καλάμι/ στον κάμπο δίχως αντιστύλια.// Πάνε οι γονείς μου, εταξιδέψαν/ εκεί ποτές που δεν γυρνούνε,/ και τ’ αδελφάκια μου εμισέψαν/ χωρίς ποτέ να με σκεφτούνε.// Για σένα τι να πω, καλέ μου;/ Η μοναξιά με σιγολυώνει./ Ακου το σφύριγμα του ανέμου!/ Βρέχει έξω, βρέχει, κι’ είμαι μόνη!
ΕΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΜΑΤΙΑ μια φορά/ μ’ εσαγιτέψαν./ Είχα κάποια παιδιάτικη χαρά/ και μου την κλέψαν.// Ενα ζευγάρι μάτια σιωπηλά/ και τι δεν λένε;/ Κι’ ακόμη όταν κοιτάζουνε δειλά,/ φωτιές που καίνε.
