«“Τώρα!” ούρλιαξε ο Αντόνιο Βιβάλντι κι όλοι ρίχτηκαν στο da capo με τρομακτική ορμή, ξεθεώνοντας βιολιά, όμποε, τρομπόνια, ρεγκάλ, ξύλινα οργανέτα, βιόλες ντα γκάμπα και ό,τι άλλο μπορούσε να αντιλαλήσει στο κλίτος, οι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι του οποίου πάλλονταν εκεί ψηλά, συγκλονισμένοι, θαρρείς, από επουράνιο σκανδαλισμό. (…) Οι μαθήτριες του Οσπεντάλε ξέσπασαν σε βουερό, ξεκαρδιστικό γέλιο ενώ ο Μοντεζούμα μοίραζε ποτήρια με ένα ποτό που είχε επινοήσει…».
Βρισκόμαστε σχεδόν στα μέσα του 18ου αιώνα σ’ ένα φημισμένο δημόσιο ορφανοτροφείο της Βενετίας που περιθάλπει κορίτσια ορφανά, εξώγαμα ή άπορα, τα οποία εκπαιδεύονται αποκλειστικά για να διαπρέψουν στη μουσική. Η Γαληνότατη Δημοκρατία θα υποκύψει το 1799 στον Βοναπάρτη, αλλά προς το παρόν έχει φορέσει τις μάσκες της και ξεφαντώνει στο Καρναβάλι.
Στο περιθώριό του, ο «ευκίνητος μοναχός» ή άλλως ο συνθέτης Βιβάλντι (που δούλεψε 37 χρόνια στο Οσπεντάλε ντελα Πιετά ως δάσκαλος βιολιού και διευθυντής χορωδίας), ο «κοκκινοπρόσωπος Σάξονας» (Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ) και ο «γελαστός Ναπολιτάνος» (Ντομένικο Σκαρλάτι) αυτοσχεδιάζουν μια πρωτότυπη μπαρόκ συναυλία με τη γυναικεία ορχήστρα του Ορφανοτροφείου της Ευσπλαχνίας και παρασέρνουν μαζί τους τον «Ινδιάνο Μοντεζούμα» (έναν πάμπλουτο Μεξικανό ισπανικής καταγωγής με ιθαγενική συνείδηση, μεταμφιεσμένο στον προδομένο, τελευταίο αυτοκράτορα των Αζτέκων 1460-1520), και από κοντά τον υπηρέτη του, έναν «ελεύθερο Νέγρο» από την Αβάνα. Ολοι μαζί, χωρίς μάσκες, θα κατευθυνθούν ώς το νεκροταφείο, και χάρη σε έναν αναχρονισμό θα βρεθούν μπροστά στον τάφο του Ρώσου συνθέτη Ιγκόρ Στραβίνσκι (που πεθαίνει το 1971). Κι έπειτα ο νέγρος με το έμφυτο ταλέντο στα κρουστά θα κατευθυνθεί στο Παρίσι των σίξτις για να γνωρίσει τον κορυφαίο τρομπετίστα Λούις Αρμστρονγκ…
Ολα είναι πραγματικά και όλα θαυμαστά. Μια διασταύρωση τεχνών και καλλιτεχνών από ποικίλες εποχές, ποικίλες παραδόσεις, ποικίλους ορίζοντες, μέσα σε ένα πνεύμα συμφιλίωσης με το «Αλλο» στο όνομα της αναζήτησης μιας καλλιτεχνικής ανανέωσης, απελευθερωμένης από τις καθιερωμένες συμβάσεις. Ενας δημιουργικός διάλογος αναπτύσσεται μεταξύ διαφορετικών στοιχείων από τα πεδία της κουλτούρας, της πολιτικής ιστορίας ή των κοινωνικών ανισοτήτων, και όλα χωνεύονται σε ένα καινούργιο σαγηνευτικό αμάλγαμα.
Είναι το πνεύμα του μπαρόκ με τον οίστρο και την προοπτική του, όπως το καλλιέργησε ο Κουβανός μουσικολόγος και συγγραφέας Αλέχο Καρπεντιέρ (1904-1980) και το απογείωσε το 1974 στη νουβέλα Κοντσέρτο Μπαρόκ. Αυτό το λογοτεχνικό διαμαντάκι, που αντανακλά την ανήσυχη ιδιοσυγκρασία του, επανεκδόθηκε μόλις στα ελληνικά, έπειτα από 20 χρόνια, με φρεσκαρισμένη την ψαγμένη και παιχνιδιάρικη μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου (εκδ. Εξάντας).
Ο Καρπεντιέρ εξερεύνησε σε βάθος το αφροκουβανικό ιδίωμα στη μουσική καθώς και τη σφραγίδα της Καραϊβικής στην κουβανική πολιτισμική ταυτότητα. Και σε τούτο το ώριμο βιβλίο του αποτυπώνει τους προβληματισμούς του για τον δρώντα θεατή, για την ποιητική ψευδαίσθηση στα καλλιτεχνικά έργα που συνομιλούν με ιστορικά γεγονότα, για την καθήλωση της κατεστημένης τέχνης σε θέματα τετριμμένα, σε ήρωες κλασικούς, σε περιβάλλοντα ευρωπαϊκά.
Ο δικός του πρωταγωνιστής, ο συνθέτης Αντόνιο Βιβάλντι, σηματοδότησε με το έργο «Motezuma» (1733) την είσοδο της Λατινικής Αμερικής ως δραματουργικού χώρου στην περιοχή της όπερας. Και αντίστοιχα, ο ίδιος ως συγγραφέας έγινε ένας από τους πρωτοπόρους του λατινοαμερικανικού «μπουμ» στο ευρωπαϊκό λογοτεχνικό τοπίο του ’60 και του ‘70.
Μάλιστα με το μυθιστόρημά του Η επί γης βασιλεία του 1949, που αναφέρεται στην «επανάσταση των δούλων» στην Αϊτή (1804), θεωρείται από κριτικούς και συγγραφείς όπως ο Φουέντες ως ο εισηγητής του «μαγικού ρεαλισμού» στους λογοτεχνικούς τρόπους των Λατινοαμερικανών. Κι αυτό, παρότι ο ίδιος στον πρόλογο εκείνου του βιβλίου δεν μιλούσε για realismo magico αλλά για real maravilloso, που στη δική του εκδοχή είναι μπολιασμένος με στοιχεία από τον γαλλικό υπερρεαλισμό. Επιπλέον, η Μ. Παναγιωτίδου επισημαίνει στο Κοντσέρτο Μπαρόκ και τη συνομιλία του με τον Δον Κιχότε του Θερβάντες.
