ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χάρης Ιωάννου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί επισήμως η Ελένη Ράικου να επανέλαβε τις καταγγελίες της για παρεμβάσεις στο έργο της από τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, ωστόσο κινήθηκε πολύ μακριά από την κυβερνητική θεωρία περί «σκευωρίας» στην υπόθεση Novartis.

Στο πρώτο μέρος της κατάθεσής της στην Προανακριτική Επιτροπή της Βουλής σε βάρος του πρώην αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης, η πρώην εισαγγελέας Διαφθοράς ήταν χθες αποκαλυπτική για το μέγεθος και την πολυεπίπεδη έρευνα που έχει γίνει στην πολύκροτη υπόθεση, δίνοντας συγκεκριμένα στοιχεία.

Οπως εξήγησε, η υπόθεση στην Ελλάδα ξεκίνησε με τις καταγγελίες δύο υπαλλήλων για χρηματισμούς. «Η Novartis ήταν υπότροπη, γιατί είχε δράσει με ανάλογο τρόπο σε άλλες χώρες, της είχαν επιβληθεί κυρώσεις και μεγάλα πρόστιμα», φέρεται να είπε η εισαγγελέας. Για τον λόγο αυτό, μαζί με τους επίκουρους εισαγγελείς Διαφθοράς εστίασαν στις πληρωμές.

Οπως αποκάλυψε πρώτη φορά, μόνο από την Alpha Bank είχαν γίνει πληρωμές 28 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά στις τράπεζες είχαν γίνει από την εταιρεία πληρωμές 118 εκατ. ευρώ, ακόμη και σε ανταγωνιστικές φαρμακευτικές εταιρείες.

Στην εν λόγω τράπεζα εντοπίστηκαν πληρωμές και σε βασικά πρόσωπα της υπόθεσης, όπως τους Φρουζή, Μανιαδάκη, Βουλκίδη και Μαυρίκο. Μεταξύ άλλων, είχε δοθεί εντολή στην επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης να ερευνήσει αν υπάλληλοι του υπουργείου Υγείας που είχαν σχέση με την τιμολόγηση φαρμάκων είχαν μετάσχει σε ένα πληρωμένο από τη Novartis συνέδριο στο Βερολίνο, με συμμετοχή των εταιρειών Βουλκίδη και Μαυρίκου.

Συγκροτήθηκε κλιμάκιο έρευνας για τις υπερτιμολογήσεις και για πιθανή ζημιά του Δημοσίου. Ακολούθησαν κατ’ οίκον έρευνες σε 33 νομικά και φυσικά πρόσωπα, κατασχέθηκαν πλήθος εγγράφων και υπολογιστών, ενώ άνοιξαν και 36 λογαριασμοί. «Δεν πηγαίναμε σπίτια μας ούτε τα Σαββατοκύριακα», φέρεται να είπε.

«Συμβόλαιο θανάτου»

Στη συνέχεια η κ. Ράικου επανέλαβε ότι τον Φεβρουάριο του 2017 την επισκέφθηκε η δημοσιογράφος Γιάννα Παπαδάκου και της είπε ότι υπάρχουν στοιχεία κατά του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Παναγιώτη Πικραμμένου, τα οποία, παρόλο που της ζητήθηκαν, ουδέποτε προσκόμισε. Ακολούθησε το τηλεφώνημα Παπαγγελόπουλου, με το οποίο φέρεται να της ζήτησε πιεστικά να στείλει τη δικογραφία στη Βουλή, ενώ εκείνη θεωρούσε ότι δεν είναι επαρκή τα στοιχεία. «Αισθάνθηκα πως εκβιαζόμουν», είπε, σύμφωνα με πληροφορίες.

Κατόπιν περιέγραψε ότι υπήρξε τηλεφώνημα και δημοσίευμα από την εφημερίδα «Documentο» ότι αποκρύπτει στοιχεία και αργότερα άλλο ένα για άσχετη υπόθεση (Παπαντωνίου) από την εφημερίδα «Δημοκρατία». Τότε, όπως είπε, κατάλαβε ότι υπάρχει «συμβόλαιο θανάτου» και «σχέδιο εκτέλεσης» της επαγγελματικής της υπόστασης, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον κ. Παπαγγελόπουλο. Επικαλέστηκε και τη βομβιστική επίθεση στην εισαγγελέα Τσατάνη και μεταξύ άλλων σημείωσε: «Αισθάνθηκα διωκόμενη και θεσμικά απροστάτευτη».

Κατόπιν όλων αυτών, επί 2,5 χρόνια αντιμετώπισε σειρά πειθαρχικών στον Αρειο Πάγο, με στόχο, όπως είπε, «να κάμψουν το δικαστικό μου φρόνημα και να με διώξουν από το Σώμα». Ανέφερε πάντως ότι απαλλάχθηκε σε όλα.

«Παρεμβατικότητα»

Αναφερόμενη στον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, τον κατονόμασε ως «Ρασπούτιν», λέγοντας ότι έτσι αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτό του από το 2005. Τον κατηγόρησε ότι λειτουργούσε με τρόπο εκβιαστικό, «στήνοντας δημοσιεύματα με παρακρατικές μεθόδους», ενώ ως υπουργός λειτουργούσε «παραθεσμικά», εκφράζοντας την απορία της για τη στήριξη που είχε από την τότε κυβέρνηση.

«Δεν ορρωδούσε προ ουδενός. Επαιρνε τηλέφωνα και υποδείκνυε τι να κάνουμε σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Είχε άποψη και ήταν ο ορισμός της παρεμβατικότητας», φέρεται να είπε μεταξύ άλλων και πρόσθεσε: «Στη Novartis απαιτούσε να κατασκευάσω στοιχεία και μάρτυρες. Ηθελε πολιτικούς εδώ και τώρα. Οσα ήθελε τα πέτυχε με την Ελένη Τουλουπάκη».

Μεταξύ των παρεμβάσεων που κατήγγειλε, αναφέρθηκε και σε πόρισμα της Τραπέζης της Ελλάδος τον Ιανουάριο του 2017 για δάνεια σε επιχειρηματίες χωρίς κριτήρια. «Ο Δ. Παπαγγελόπουλος με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να την κρατήσω και να μην προχωρήσω», φέρεται να είπε, ονομάζοντας και άλλους συναδέλφους τους που είχαν αντίστοιχες εμπειρίες.

Ερωτηθείσα γιατί δεν τα κατήγγειλε όλα αυτά τότε, περιορίστηκε να απαντήσει ότι δεν είχε την απαραίτητη «θεσμική προστασία», καθώς και η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου, «ταυτιζόταν με την κυβέρνηση».