Πριν από ένα μήνα διάβαζε ποιήματά της στο Σπίτι της Κύπρου μαζί με μια ωραία παρέα ομοτέχνων της, πάντα αγαπητή, μέσα σε θαυμασμό, αποδοχή και αναγνώριση. Κι ας μην έγραφε πια ποιήματα η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, κι ας μην πολυέβγαινε από το σπίτι της στα Εξάρχεια, κι ας πάλευε -μόνη της μπροστά σε έναν καθρέφτη ή σε μια γραφομηχανή- με τις λέξεις και τον φόβο και τον θάνατο και τις αναμνήσεις.
«Θα δουλεύω μέχρι το τέλος» έλεγε. Και ευτύχησε να φύγει από τη ζωή αυτή η τόσο σημαντική Ελληνίδα δημιουργός όρθια. Με το έργο της να αναγνωρίζεται και να τιμάται νωρίς. Με το έργο της να διαβάζεται από τη νέα γενιά. Με τη γλυκιά της, ευγενική, γενναιόδωρη προσωπικότητα να εισπράττει και με το παραπάνω από τους γύρω της αυτά που η ίδια εξέπεμπε.
Δεν είναι τυχαίο που ήταν αγαπημένη των μίντια, αφού, πάντα τολμηρή, ελεύθερη και αντισυμβατική, δεν έκρυψε τις πτυχές μιας ζωής πλούσιας και γεμάτης εμπειρίες. Της αρεσε να εξομολογείται, όπως άλλωστε και στην ποίησή της που όμως ποτέ, και στα πιο δύσκολα και βαριά, δεν εκβίαζε το συναίσθημα του αναγνώστη, δεν έπεφτε στον μελοδραματισμό, αλλά με μια θαυμαστή ισορροπία, πάντα με απλή, καθόλου ποιητικίζουσα γλώσσα, ακουμπούσε κάθε ανθρώπινη αλήθεια, χαρά και αγωνία.
Η είδηση του θανάτου της ποιήτριας αλλά και μεταφράστριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ προκάλεσε χθες Τρίτη μεγάλη συγκίνηση. Πέθανε τη Δευτέρα στα 81 της χρόνια. Η κηδεία της θα γίνει στην Αίγινα, εκεί όπου βρίσκεται και το μοναδικό της σπίτι, αυτό που της άφησε ο πατέρας της, κοσμοπολίτης δικηγόρος από το Τσανάκ Καλέ, παντρεμένος με Πατρινιά, αλλά και φίλος του Νίκου Καζαντζάκη. Του νονού της μικρής Κατερίνας, γεννημένης στην Αθήνα το 1939. Αν και δεν τον συνάντησε ποτέ, του οφείλει πολλά.
Η ίδια έγραφε από μικρή ποίηση και είχε πάθος με τον Καβάφη. Ο Καζαντζάκης όμως, με τον οποίο αλληλογραφούσε, την έσπρωξε προς τα μπροστά και τα έξω, τη φόρτωσε με ενθάρρυνση και κολακευτικά λόγια και έδωσε το 1956 στο περιοδικό «Νέα Εποχή» προς δημοσίευση το ποίημά της «Μοναξιά». Της χάραξε την πορεία; Ηταν τότε μόλις 17 χρόνων. Αμφιβάλλει όμως κανείς σήμερα ότι η ποίησή της θα είχε έτσι κι αλλιώς την ίδια λαμπρή εξέλιξη;
Χρειάστηκε όμως πολλή δύναμη στη ζωή της. Και την είχε. Μια ισχυρή μόλυνση από σταφυλόκοκκο, λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της, μια εποχή που δεν υπήρχαν τα απαραίτητα αντιβιοτικά, της άφησε μια μικρή αναπηρία στο χέρι και στο πόδι. Εμαθε όμως να ζει μαζί της. Να χαίρεται, να ερωτεύεται, να ταξιδεύει, να ρουφάει τα πάντα άπληστα. Κυρίως τη γνώση και τα γράμματα.
«Γεννήθηκα με ένα ελάττωμα, τραύμα, το οποίο, αν δεν το πολεμούσα, θα ήμουνα δούλος του όλη μου τη ζωή, θα ήμουν ανάπηρη» έλεγε στην «Athens Voice» πριν από λίγα χρόνια. «Και δεν ξέρω πώς θα είχα χειριστεί την αναπηρία μου αν δεν έγραφα ποιήματα. Νομίζω ότι υποσυνείδητα χρησιμοποίησα την ποίηση για φάρμακο».
Σπούδασε στην Αθήνα Αγγλική Φιλολογία, έζησε για λίγο στη νότια Γαλλία με την Ελένη Καζαντζάκη (ο νονός της, που την περίμενε, δυστυχώς πέθανε ξαφνικά) και μετά στη Γενεύη έβγαλε σχολή Μεταφραστών και Διερμηνέων. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά, ένα εφόδιο που την οδήγησε να διαπρέψει και ως μεταφράστρια, από τις σημαντικότερες, αλλά και να στηρίξει τη λιτή από άποψη ζωή της, αφού με την ποίηση από μόνη της δεν θα μπορούσε. Την αγάπησε και την τίμησε πολύ τη μετάφραση η Αγγελάκη-Ρουκ (Μπέκετ, Μπέλοου, Μπρόντσκι, Χίνι, Λακαριέρ, Λέρμοντοφ, Μαγιακόφσκι, Ουόλκοτ, Πλαθ, Πούσκιν κ.ά.), με ιδιαίτερη προτίμηση στην ποίηση και στη ρωσική λογοτεχνία.
Το δικό της ποιητικό έργο άνθησε εύκολα και γρήγορα. Εκδόθηκε, μεταφράστηκε σε περισσότερες από δέκα γλώσσες, τιμήθηκε στο εξωτερικό (το πρώτο βραβείο ήρθε το 1962 από την πόλη της Γενεύης) και στην Ελλάδα με τις υψηλότερες διακρίσεις: Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Οι μνηστήρες» (1985), Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της (2000), Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την «Ανορεξία της ύπαρξης» (2012), Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων (2014).
Από το 1995 συνεργαζόταν με τις εκδόσεις Καστανιώτη – τα Απαντά της σε έναν τόμο με τίτλο «Ποίηση 1963-2011» κυκλοφόρησαν το 2014. Τα τελευταία χρόνια δοκίμαζε μια νέα φόρμα γραφής, αφού, όπως έλεγε η ίδια, «η ποίηση απουσίαζε», συνομιλίες με τον εαυτό της και τον χρόνο σε μικρά βιβλιαράκια («Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι», «Των αντιθέτων διάλογοι και με τον ανήλεο χρόνο»). Εβγαλε παρ’ όλα αυτά την τελευταία της ποιητική συλλογή, με τίτλο «Με άλλο βλέμμα», το 2018.
Ο έρωτας έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή της. Είχε όμως την τύχη και την ευτυχία, όπως έλεγε, να γνωρίσει, να ερωτευτεί και να παντρευτει στα 23 της χρόνια τον Αγγλο κλασικό φιλόλογο Ρόντνεϊ Ρουκ, με τον οποίον έζησαν μαζί μεχρι τον θάνατό του το 2007. Ηταν μια σχέση βαθιάς αγάπης, αποδοχής και κατανόησης, που δεν κινδύνεψε ούτε από τους άλλους έρωτες και των δυο τους. «Ο Ρουκ ήταν τα πάντα για μένα» έλεγε στην «Athens Voice», «είναι πολύ ωραίο όταν ο έρωτας αφήνει θέση στην αγάπη». Παιδιά δεν έκαναν. «Δεν ζήλεψα ποτέ τις φιλενάδες μου που είχαν παιδιά. Τις ζηλεύω όμως τώρα που έχουν εγγόνια».
■ Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, το ΚΘΒΕ και η Εταιρεία Συγγραφέων εξέδωσαν θερμές ανακοινώσεις και συλλυπητήρια για τον θάνατο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ.
