Στο βιβλίο του Ηλία Παπαγιαννόπουλου πραγματοποιείται ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα: μια φιλοσοφική και ψυχαναλυτική εντρύφηση στη νεοελληνική ταυτότητα, η οποία εξετάζεται για τη δική της αξία και όχι ως έκπτωση από μια ένδοξη αρχαιότητα ή Ρωμιοσύνη ή ως ένα ατελές πέρασμα στον δυτικό εκσυγχρονισμό.
Ως προς αυτό, ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος μας προτείνει πρωτότυπες θεωρήσεις για να καταλάβουμε τον Νέο Ελληνισμό χωρίς πανηγυρισμούς αλλά και χωρίς εύκολες απογοητεύσεις ή ματαιώσεις, που αποτελούν την άλλη όψη της ίδιας μανιοκατάθλιψης. Δεν αναλύει, ωστόσο, τη Νέα Ελλάδα ως αποκομμένη, αλλά ως ένα μέρος ή, καλύτερα, ως ένα σύμπτωμα του νεωτερικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Για τον λόγο αυτόν ερευνώνται Ευρωπαίοι περιηγητές ή σχολιαστές, κυρίως μετέχοντες της γερμανικής παιδείας. Αναλύεται εκτενώς ο Φαλμεράιερ, ο οποίος θα απασχολήσει τον συγγραφέα και σε έναν δεύτερο προσεχή τόμο, ενώ αναφέρονται ως πλαίσιο της έρευνας μεταξύ άλλων οι Βίνκελμαν, Χέλντερλιν, Κρουμπάχερ, Χόφμανσταλ και Χάιντεγκερ. Εξετάζεται η ματιά τους στην Ελλάδα, όπως και η ακόλουθη αυτοκατανόηση των νεοελλήνων ως ανταπόκριση στην ευρωπαϊκή ματιά.
Ο Παπαγιαννόπουλος ακολουθεί με μεγάλη μαεστρία τις μεθόδους των μεταποικιακών σπουδών με τη σημαντική ιδιαιτερότητα ότι αυτό που συμβαίνει εν προκειμένω είναι τα κρίσιμα διλήμματα των ίδιων των κυρίαρχων Ευρωπαίων σε ποιον αρχαίο πολιτισμό θα κατοπτριστούν στις απαρχές του νεωτερικού προτάγματος για να αυτο-οριστούν ως επίγονοι και κληρονόμοι. Θα είναι η Ιερουσαλήμ, η Αθήνα ή η Ρώμη; Με ποια τιμήματα κάθε φορά; Και πώς ο επίδοξος κληρονόμος που περιηγείται έξωθεν θα σχετιστεί με τον εγχώριο που αξιώνει τη δική του διαδοχή; Πώς ο εγχώριος θα ξαναδεί από την άλλη τον εαυτό του τη στιγμή που θα έχει μετατραπεί ακουσίως ή και εκουσίως σε ένα σύμπτωμα του κυρίαρχου πολιτισμού;
Ο ταξιδιώτης, πάντως, στον οποίο επιλέγει να επικεντρώσει ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, δεν είναι ένας αμιγώς Γερμανός, αλλά ο Εβραίος πατέρας της ψυχανάλυσης Ζίγκμουντ Φρόιντ που επισκέφθηκε την Ακρόπολη το 1904. Ο ιερός βράχος αποτελεί εδώ όχι μόνο την ύψιστη ακρό-πολη, αλλά και μια μεταιχμιακή μεθοριακή ουτοπία, όπου συναντώνται Ιουδαϊσμός, Ελληνισμός και ο σύγχρονος γερμανικός πολιτισμός ως κινητήρια δύναμη της Ευρώπης. Αφορμή της ανάλυσης είναι το γεγονός ότι το 1936, τρία χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο ώριμος Φρόιντ σε μια επιστολή του προς τον Ρομέν Ρολάν κάνει μια αυτο-ψυχανάλυση του νεαρού εαυτού του, όταν 32 ολόκληρα χρόνια πριν είχε βιώσει μια εμπειρία διαταραχής και απώλειας του συνειδησιακού ελέγχου του.
Η ανάγνωση που κάνει ο ώριμος Φρόιντ είναι ότι η απώλεια εαυτού που βίωσε στην Ακρόπολη οφειλόταν σε μια καταλυτική εσωτερική «φωνή» του πατέρα του. Υπενθυμίζεται ότι στο συγκείμενο της εποχής η Ακρόπολη θεωρούνταν σύμβολο του πνεύματος του Διαφωτισμού και της αυτονομίας, ενώ ο πατέρας του Ζίγκμουντ Φρόιντ είχε παραμείνει ριζωμένος στον παραδοσιακό εβραϊσμό και όχι αφομοιωμένος στη Γερμανία. Η άνοδος, λοιπόν, του Φρόιντ στον ιερό βράχο αναπτύσσεται ως κορύφωση του εγχειρήματος ενός Εβραίου να εγκαταλείψει την εβραϊκότητά του, δηλαδή την ετερονομία του Νόμου του Πατέρα και να μεταβεί στην Αθήνα της αυτονομίας, από μια ανάγκη αφομοίωσης στον γερμανικό κόσμο στον οποίο φιλοδοξούσε να ηγηθεί ως κυρίαρχη μορφή.
Ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος αφουγκράζεται την πολυπλοκότητα του φροϊδικού κειμένου και το «αποδομεί» με την πραγματική σημασία του όρου του Ζακ Ντεριντά, που δεν είναι αυτή της αναίρεσης, αλλά της ανάδειξης των πολλαπλών φωνών που έχει το ίδιο το κείμενο και της έντασης μεταξύ τους. Τον Φρόιντ περίμενε στον βράχο μια αναπάντεχη εμπειρία οιδιπόδειας «τύφλωσης» μέσα από την οποία βιώνει τελικά την Ακρόπολη ως έναν μη-τόπο, που τον επιστρέφει στο βίωμα του εκτοπισμένου νομάδα, δηλαδή του Εβραίου.
Στην αποδομητική ερμηνεία του Παπαγιαννόπουλου, η φωνή του παρελθόντος δεν είναι μια φωνή ενοχής λόγω μιας πνιγηρής εντολής ή μιας κανονιστικής παράδοσης, αλλά μια απελευθερωτική δύναμη προς ένα πεδίο απρόσμενης ελευθερίας. Αυτό που βρίσκει ο Φρόιντ στον αθηναϊκό βράχο είναι ο εβραϊκός εαυτός του και δι’ αυτού και μια μη αφομοιώσιμη διπλή ετερότητα, ελληνική και εβραϊκή, που έχει απωθηθεί εν γένει στο θεμέλιο της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Πρόκειται για ένα παρελθόν που δεν υποτάσσει, αλλά συντελεί σε μια ανάδυση του μεσσιανικού, κατά την παράδοση του Μωυσή.
Ο Φρόιντ αντίκρισε την Ακρόπολη της νεωτερικής συνείδησης, αλλά ταυτόχρονα και το σημείο όπου αυτή καταρρέει· με άλλα λόγια, την προσέλαβε ως κανόνα και ως εξαίρεση. Ανεβαίνει τον ιερό βράχο ως επίδοξος αποικιοκράτης και τον κατεβαίνει ως θύμα της αποικιοκρατίας. Το νεοελληνικό πεδίο εγγράφεται έτσι στον πυρήνα της κρίσης της νεωτερικότητας: δεν είναι μια μνήμη της ευρωπαϊκής απαρχής, αλλά και ένα βίωμα του έσχατου τέλους της.
Στην απρόσμενη σύγκριση της εμπειρίας του Φρόιντ με το βλέμμα του Φαλμεράιερ, στον οποίο πραγματοποιεί ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος μια πρωτότυπη ερμηνευτική αναδυνάμευση, η Νέα Ελλάδα εμφανίζεται σαν ένας καθρέφτης για τη νεωτερική Ευρώπη, ο οποίος δεν επιστρέφει στο κυρίαρχο βλέμμα ένα ιδεώδες παρελθόν, αλλά ένα κενό, μια έλλειψη θεμελίου. Χαρακτηριστική είναι η εμπειρία του Φαλμεράιερ ότι όταν εισέρχεται στην Ελλάδα αισθάνεται την τελμάτωση σε μια περιοχή βάλτων.
Ο Παπαγιαννόπουλος επικεντρώνεται στην αυτοσυνειδησία των νεοελλήνων τη διαμεσολαβημένη από το ευρω- παϊκό βλέμμα, επιμένοντας στον Διονύσιο Σολωμό, έναν γενάρχη που δεν κατέχει στέρεα τη γλώσσα, την οποία εντέλει αυτός θα διαμορφώσει. Η Νέα Ελλάδα θεωρείται έτσι από τον Παπαγιαννόπουλο σε έναν δεσμό της με τη νεωτερική Ευρώπη, που δεν είναι ένας δεσμός συνέχειας με το ένδοξο παρελθόν, αλλά ένας χώρος μετεωρισμού στο κατώφλι, στέλνοντας έναν κενό κατοπτρισμό στον Ευρωπαίο κυρίαρχο και συστήνοντας μια διαμεσολαβημένη εκκρεμότητα. Με τη θέαση αυτή, ο Παπαγιαννόπουλος συμβάλλει με πρωτοτυπία σε έναν ιδιαζόντως νεοελληνικό αναστοχασμό, ο οποίος έχει καταστεί σήμερα επίκαιρος.
*Δρ Κλασικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Σορβόνης (Paris IV)
