Εχει αποδείξει πολλάκις ότι είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει πολιτικά. Αυτή τη φορά όμως είναι πραγματικά στριμωγμένος και μάλιστα σε πολλαπλά μέτωπα.
Κι έτσι, αν οι χθεσινές εσωκομματικές κάλπες για εκλογή από τη βάση νέου αρχηγού του κυβερνώντος Λικούντ δεν τον έχουν αναδείξει πανηγυρικά θριαμβευτή αλλά απλά νικητή επί του αντιπάλου του Γκιντεόν Σάαρ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα έχει αποδυναμωθεί σοβαρά εν όψει των πρωτόγνωρων πρόωρων εκλογών της 2ας Μαρτίου, των τρίτων μέσα σε έναν χρόνο στο Ισραήλ.
Εκεί εξάλλου ποντάρει ο πρώην υπουργός Εσωτερικών και Παιδείας Σάαρ, που έριξε το γάντι στον υπόδικο Ισραηλινό πρωθυπουργό προκαλώντας την εσωκομματική μονομαχία στο (ακρο)δεξιό Λικούντ: υποστηρίζει πως, σε αντίθεση με τον «Μπίμπι», θα έχει σαφώς περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει τον νέο γύρο των βουλευτικών εκλογών και ακόμα περισσότερες να συνάψει (όπως πιθανότατα θα χρειαστεί) συμφωνία με άλλα κόμματα για σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης.
Οι πιο πολλοί αναλυτές εκτιμούσαν πως ο Νετανιάχου ήταν το απόλυτο φαβορί της πανεθνικής ψηφοφορίας των 116.000 μελών του Λικούντ, εν μέσω ανησυχίας για χαμηλή προσέλευση στις κάλπες λόγω κακοκαιρίας. Τα τελικά αποτελέσματα αναμένονταν σήμερα το πρωί.
Εχοντας αποφύγει συστηματικά να επιτεθεί επί προσωπικού στον 70χρονο πρωθυπουργό για τις κατηγορίες διαφθοράς που αντιμετωπίζει, αφήνοντας μάλιστα να εννοηθεί πως θα τον στήριζε για τη (διακοσμητική ουσιαστικά) θέση του προέδρου του Ισραήλ, ο 53χρονος Σάαρ επικέντρωσε την προεκλογική του εκστρατεία στην «ανάγκη αλλαγής» ηγεσίας στο Λικούντ μετά από 14 χρόνια, προειδοποιώντας πως αν ο Νετανιάχου δεν καταφέρει πάλι να οδηγήσει την παράταξη σε καθαρή εκλογική νίκη έναντι του κεντρώου κόμματος Μπλε και Λευκό υπό τον πρώην επιτελάρχη του Ισραήλ, Μπένι Γκαντζ, η Δεξιά θα χάσει οριστικά την εξουσία και θα βρεθεί στην αντιπολίτευση για πρώτη φορά από το 2009.
Επιμένει δε πως εκείνος θα μπορούσε να πετύχει κυβερνητική συμφωνία ακόμα και για «μεγάλο συνασπισμό» των δύο κομμάτων – μια συμφωνία που ο Νετανιάχου απέτυχε να κλείσει στις διαπραγματεύσεις του με τον Γκαντζ, οδηγώντας τη χώρα ξανά στις κάλπες μετά τις άκαρπες βουλευτικές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου και Απριλίου.
Παρότι ο Σάαρ θεωρείται ακόμα πιο δεξιός και… γερακίσιος από τον «Μπίμπι» έναντι των Παλαιστινίων, έχοντας αναλάβει σημαντικές υπουργικές θέσεις τα τελευταία χρόνια, ο πρωθυπουργός τον εμφανίζει άπειρο, πλασάροντας εαυτόν ως αυθεντία της διεθνούς διπλωματίας και της ασφάλειας του Ισραήλ, που έχει καταφέρει παράλληλα να συσφίξει τις σχέσεις και με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ακρως ειρωνικά πάντως ο Νετανιάχου χρειάστηκε να φυγαδευτεί από προεκλογική του συγκέντρωση στη νότια πόλη Ασκελόν την Τετάρτη μετά την εκτόξευση ρουκέτας από τη Λωρίδα της Γάζας, που προκάλεσε νέα ισραηλινά αεροπορικά πλήγματα κατά θέσεων «τρομοκρατών» εντός του αποκλεισμένου παλαιστινιακού θύλακα, χωρίς να αναφερθούν θύματα.
Ανάλογο περιστατικό βεβιασμένης απομάκρυνσης του πρωθυπουργού είχε συμβεί και στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τον Σεπτέμβριο, στην κοντινή πόλη Ασντόντ.
Ασχέτως του αποτελέσματος των εσωκομματικών εκλογών στο Λικούντ, την ερχόμενη βδομάδα το Ανώτερο Δικαστήριο του Ισραήλ αναμένεται να αποφανθεί για το κατά πόσον ο Νετανιάχου πληροί νομικά τις προϋποθέσεις για να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.
Σύμφωνα με ισραηλινά ΜΜΕ, ο γενικός εισαγγελέας Αβιχάι Μάντελμπλιτ (που απήγγειλε τις κατηγορίες για διαφθορά σε βάρος του πρωθυπουργού) αρνήθηκε για δεύτερη φορά να πει στο δικαστήριο την άποψή του επί του θέματος, επικαλούμενος διαδικαστικά κωλύματα.
Βάσει της ισραηλινής νομοθεσίας ο εκάστοτε πρωθυπουργός υποχρεούται να παραιτηθεί μόνο όταν υπάρξει τελεσίδικη καταδίκη του.
