ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της φετινής χρονιάς, κι από τις πλέον ασπρόσμενες. Το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη έδωσε την ευκαιρία στον Περικλή Μουστάκη να επιστρέψει στο είδος εκείνο του θεάτρου με το οποίο εξαρχής καταπιάστηκε στην πολύχρονη πορεία του: το «θέατρο του Ιερού».

Πιθανόν να είναι από τους λίγους, μαζί με τον Τερζόπουλο και τον Παπακωνσταντίνου, που επιχειρούν να βαθύνουν τον κόσμο της σκηνής, τόσο ώστε να φτάσει στις πηγές μιας έκφρασης τελεστικής μα και αποκαλυπτικής. Η έρευνά του προέρχεται ασφαλώς από τις αντίστοιχες εργαστηριακές καταθέσεις του Πολωνικού Θεάτρου – μια σκηνή φτωχή και αγνή, που θα ασκητεύει ανακαλώντας την κραυγή και το θάμπος ενός χαμένου ιερού τόπου.

Δεν είναι βέβαια αυτά που τραβούν τους πολλούς. Κι είναι αξιοπερίεργο που τώρα, έχοντας βέβαια και το ξεχωριστό κίνητρο της επίσκεψης στην Αγγλικανική Εκκλησία της Φιλελλήνων, ένα σεβαστό σε μέγεθος ακροατήριο συναντά κάθε βράδυ με την «Αδελφή» του Ζουμπουλάκη κάτι αρκετά σπάνιο στο θέατρό μας.

Στην αφετηρία της παράστασης βρίσκεται βέβαια το γνωστό και ήδη βραβευμένο βιβλίο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Σταύρου Ζουμπουλάκη. Μιλάει για την αδελφή του, για τη Γιούλα Ζουμπουλάκη, μια κοπέλα που βασανίστηκε στη ζωή της από μια αγιάτρευτη νόσο. Μιλάει έπειτα για την οικογένειά του, κυρίως για τη μητέρα του, και τον τρόπο που βίωσαν από τη μεριά τους τα μέλη της την ασθένεια. Και μιλάει, τέλος, για τον ίδιο, που προσπάθησε άλλοτε μάταια κι άλλοτε επιτυχώς να συμφιλιωθεί με το πεπρωμένο της αδελφής του, αναζητώντας σε αυτό το ριζικό το ίχνος (ή την απουσία…) της Θείας Πρόνοιας.

Είναι προφανώς μια δραματική οικογενειακή ιστορία που θα περνούσε ασφαλώς στην αφάνεια, αν ο συγγραφέας δεν την ανέσυρε στην επιφάνεια της γραφής. Κι αν ο ίδιος δεν βουτούσε στα βάθη της. Γιατί η «Αδελφή μου» ταυτόχρονα είναι η πορεία λύτρωσης του ίδιου του συγγραφέα από το βάρος της ασίγαστης μεταφυσικής απορίας. Απορίας για την αγάπη του Θεού. Για το πρόσωπό Του. Για τον ανθρώπινο πόνο και για τη μάταιη προσμονή του θαύματος. Με άλλα λόγια, είναι ένα βιβλίο που μπορεί και πρέπει να διαβασθεί όχι μόνο ως βιογραφικό αλλά και σαν συναξάρι μιας «Αγίας» που η εικόνα της λειτουργείται από τον συγγραφέα στο δικό του εικονοστάσι.

Σωστά, λοιπόν, διέγνωσε ο Μουστάκης το θεολογικό βάθος της γραφής του Ζουμπουλάκη. Και ακόμα ορθότερα περιέλαβε κι εκείνον στη μεταφορά του. Η παράσταση ακολουθεί την ακολουθία ενός λειτουργικού δράματος, στο οποίο το κείμενο δίνει τον κανόνα και τον ψαλμό της δέησης. Κι είναι ευτύχημα το ότι επιτράπηκε αυτή η κοσμική εκδήλωση στον συγκεκριμένο χώρο. Η εκκλησία της Φιλελλήνων κουβαλά σαν μινιατούρα τον μυστικισμό των μεγάλων προτύπων της, φέρει στην αρχιτεκτονική της τη μυσταγωγία και κατάνυξη.

Από το Ιερό του Ναού εμφανίζεται (η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου και τα κοστούμια είναι της Νίκης Ψυχογιού) –ή «εξέρχεται»– η Δώρα Στυλιανέση σαν φάσμα μιας εξαϋλωμένης γυναίκας, ντυμένης στα άσπρα. Η φωνή της ακούγεται απόκοσμη και όμως παραμένει τρυφερά κοριτσίστικη: μιλάει για τον εαυτό της μέσα από τα λόγια του αδελφού της, «του γλυκού της Σταύρου», με χαμόγελο, με τη θέρμη της αγάπης της, με σεμνότητα και την κούραση πάνω της ενός «μεγάλου ταξιδιού»… Ξεκινάει από το Ιερό την ίδια στιγμή που στον Ναό από την άλλη μεριά εμφανίζεται μια μαύρη φιγούρα (Άλκης Ζούπας), η οποία σέρνοντας θα καλύψει το μήκος του και θα φτάσει στην Αγία Τράπεζα. Εκεί, οι δυο μορφές, το μαύρο και το άσπρο, θα ενωθούν.

Ποιες είναι αυτές οι μορφές; Θα ήταν λάθος λοιπόν να υποθέσουμε πως είναι από τη μια ο συγγραφέας, «ο Σταύρος», κι από την άλλη η αδελφή του, η «Γιούλα»; Μα καλύτερα να αφήσουμε στην άκρη μια τέτοια ερμηνεία για λίγο. Μπροστά μας, άλλωστε, δεν έχουμε την αναπαράσταση της ιστορίας του Ζουμπουλάκη, αλλά τη δείξη της σαν πάλη ανάμεσα στο αγγελικό και το διαβολικό, ή ανάμεσα σε δύο πόλους που λειτουργούν παράλληλα μα και αντιστικτικά ο ένας στον άλλο.

Ετσι, θα ακούσουμε τον αληθινό θρήνο της «Αδελφής μου» για τη χαμένη πεποίθηση του ανθρώπου πως ο Θεός μπορεί κάποτε να σταθεί μπροστά του. Η πορεία του συγγραφέα είναι μια διαδρομή άρνησης του Θεού, η οποία ωστόσο οδηγεί κυκλικά πίσω σε Εκείνον. Είναι η περίπτωση ενός διανοούμενου, ο οποίος, λόγω περιβάλλοντος, πίστης και κυρίως Αγάπης, θα αναζητήσει τον Κύριο μέχρι να διαρρήξει τα ιμάτια κάθε θεολογικού στοχασμού, για να ανακαλύψει στα ράκη τον Θεό εν τη απουσία Του.

Ομοια οι δύο μορφές θα αφήσουν σταδιακά τα τελετουργικά «άμφιά» τους για να αποκαλυφθούν από κάτω τα ευάλωτα σώματά τους, τα φθαρτά και ανθρώπινα σαρκία τους. Και μετά, στο τέλος πια της λειτουργίας, θα σταθούν μπροστά μας μνημειωμένα σε στάση αιώνιου χαιρετισμού. Ο συγγραφέας έγραψε το έργο «Η αδελφή μου» με την αγωνία του Ορφέα που κουβαλά πίσω του την Ευρυδίκη από τα σκοτάδια του Αδη. Στην ένωση των δύο τους ο ένας θα χαρίσει στον άλλο λύτρωση, συγχώρεση και αθανασία. Και η πικρή ιστορία τους όταν αναχθεί στο θέατρο θα είναι πιθανόν ικανή να μετατρέψει τον φόβο του θανάτου σε οίστρο της ζωής. Οπως αυτό που φώναζε κάποτε ο Εμπειρίκος. Από την οδό των Φιλελλήνων.

Αν εξαιρέσει κανείς ότι δεν είναι πάντα εύκολο να χωρέσει ο τόσος θεωρητικός στοχασμός του βιβλίου στην πνευματική λειτουργία της παράστασης και πως υπάρχουν πράγματι στιγμές που βυθίζονται στην ούτως ή άλλως μπαρόκ υφολογία του σκηνοθέτη (ας πω ακόμη ότι μένει αλειτούργητη η πρόταση Εξόδου της παράστασης άνευ χειροκροτήματος), η πρόταση αυτή της Φιλελλήνων είναι σημαντική όσο ζητάει αυτό: την επίκληση και διδαχή μιας σκηνής που θα παραμένει ιερή όσο θα ενώνει μυστικιστικά τους ζωντανούς με τους πεθαμένους. Κι αυτό δείχνοντας τη δύναμη της Αγάπης να υψώνει και να οδηγεί τα θνησιμαία στη θύρα της Ανάστασης.