Ακούμε, αλλά δεν βλέπουμε. Ακούμε για τη νέα αναπτυξιακή δυναμική την οποία έχει εμφυσήσει η πολιτική των φοροελαφρύνσεων και των εργασιακών απορρυθμίσεων στην οικονομία, αλλά δεν βλέπουμε καμία ουσιαστική διαφορά από τους ήπιους ρυθμούς μεγέθυνσης του πρόσφατος παρελθόντος. Ακούμε ότι η χώρα βρίσκεται επιτέλους στο ραντάρ των διεθνών επενδυτών (μέχρι πρότινος μιλούσαν κάποιοι για τσουνάμι επενδύσεων), αλλά καμία επιτάχυνση επενδύσεων δεν παρατηρούμε. Τι ακριβώς συμβαίνει;
Η αλήθεια είναι πως η κυβερνητική καλλιέργεια κλίματος ευφορίας και υπεραισιοδοξίας συνεχίζεται και σε έναν βαθμό δικαιολογημένα, αφού ο φετινός στόχος αύξησης 2% του ΑΕΠ μπορεί και να ξεπεραστεί ελαφρά μετά την πρόσφατη πρωτοφανή αναθεώρηση από την ΕΛΣΤΑΤ των αναπτυξιακών επιδόσεων του α’ εξαμήνου 2019 από 1,5% σε 2,1%. Και είναι πρωτοφανής, γιατί μολονότι οι αναθεωρήσεις από τρίμηνο σε τρίμηνο είναι συνήθεις, περιορίζονται κατά κανόνα σε 0,1-0,2 ποσοστιαίες μονάδες, όχι σε 0,6 π.μ. που ισοδυναμούν με αλλοίωση της αύξησης του ΑΕΠ κατά 40%! Βεβαίως, η ΕΛΣΤΑΤ δικαιολογεί την αναθεώρηση επικαλούμενη αλλαγές στα στοιχεία της Γενικής Κυβέρνησης και κάποιων βραχυχρόνιων δεικτών.

Μήπως, για λόγους αξιοπιστίας και μόνον, έπειτα από τέτοιας έκτασης αναθεώρηση -η μεγαλύτερη στα χρονικά- όφειλε να δώσει αναλυτικές εξηγήσεις σε ποια στοιχεία και δείκτες αναφέρεται; Ας μην ξεχνάμε πως οι χαμηλές, με βάση τις αρχικές εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, αναπτυξιακές επιδόσεις του α’ εξαμήνου 2019 έπαιξαν και προεκλογικά (βλ. «ανικανότητα ΣΥΡΙΖΑ να αναπτύξει την οικονομία»). Τώρα αποδεικνύεται πως η προηγούμενη κυβέρνηση παρέδωσε την οικονομία το β’ τρίμηνο με υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (2,8%) από αυτόν που επιτυγχάνει η νέα κυβέρνηση το γ’ τρίμηνο (2,3%).
Αλλά αυτά όλα είναι πια παρελθόν. Αυτό που έχει τώρα σημασία είναι αν η Ελλάδα μπορεί να γίνει επενδυτικό «Ελντοράντο», σύμφωνα με τα υπεσχημένα και την κρατούσα αισιοδοξία για τα αναπτυξιακά οφέλη της νέας οικονομικής πολιτικής. Εκτιμούμε πως δεν μπορεί για τρεις βασικά λόγους:
α. Η παγκόσμια πραγματική οικονομία σέρνεται σε μια νέα ύφεση και κρίση χειρότερη αυτής του 2008 λόγω της υψηλότερης εταιρικής υπερχρέωσης, των εμπορικών ανταγωνισμών και της εξάντλησης των παραδοσιακών μέσων αντικυκλικής πολιτικής (μείωση επιτοκίων, QE), την ίδια ώρα που η χρηματιστηριακή οικονομία (βλ. αξίες περιουσιακών στοιχείων) έχει ήδη υπερβεί τα όρια της φούσκας. Ακόμη κι αν δεν έχουμε προσεχώς ύφεση, οι χαμηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης στην Ευρώπη και αλλού φρενάρουν τις ελληνικές εξαγωγές: στο εννεάμηνο 2019 οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται ετησίως μόλις 1,5% έναντι αντίστοιχης αύξησης 16,5% το εννεάμηνο 2018. Παρά, δε, την ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών το ίδιο διάστημα, η αύξηση στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών επιβραδύνεται επίσης.
β. Η μείωση των μισθών και η αύξηση των φορολογικών βαρών από τις πολιτικές λιτότητας στη διάρκεια της κρίσης, όπως και η διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα και η διεύρυνση των ελαστικών μορφών απασχόλησης (βλ. αύξηση φτωχών εργαζομένων), οδήγησαν στη δυσκολία ή και αδυναμία αποπληρωμής του όγκου των χρεών μεγάλου μέρους των νοικοκυριών, με συνέπεια τον κύκλο των νομοθετικών ρυθμίσεων αλλά και την παράλληλη κλιμάκωση των πιέσεων μέσω κατασχέσεων και πλειστηριασμών με αποτέλεσμα τη συμπίεση των περιθωρίων αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης παρά την όψιμη άνοδο των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών: η ιδιωτική κατανάλωση από 1%, που αυξήθηκε ετησίως στο εννεάμηνο 2018, περιορίζεται σε 0,2% το εννεάμηνο 2019.
γ. Η ύφεση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έχει ανασταλτικές επιπτώσεις τόσο στην ελληνική βιομηχανική δραστηριότητα όσο και στην ανάληψη παραγωγικών επενδύσεων. Ιδιαίτερα όταν οι ξένες άμεσες επενδύσεις σημείωσαν κάμψη διεθνώς ήδη από το 2018, ενώ οι χαμηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης, οι εμπορικές τριβές και το κλιμακούμενο γεωπολιτικό ρίσκο (π.χ. Τουρκία) λειτουργούν αποτρεπτικά: η βιομηχανική παραγωγή, η οποία στο δεκάμηνο 2018 αύξαινε 1,3% ετησίως, φέτος μείωσε ταχύτητα στο μισό (0,7%). Επίσης, οι επενδύσεις παγίων, που τη διετία 2017-2018 επεκτάθηκαν κατά μέσον όρο 1,2% ετησίως στο εννεάμηνο, το 2019 αυξάνουν 1% αντίστοιχα. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως οι ξένες άμεσες επενδύσεις, που στο εννεάμηνο 2018 είχαν αυξηθεί 6,8% ετησίως, φέτος την ίδια περίοδο αυξήθηκαν μόλις 1,3%.
Το συμπέρασμα είναι πως, με την εξαίρεση του τουρισμού και πρόσφατα της οικοδομής, οι βασικοί τομείς της λοιπής πραγματικής οικονομίας εξασθενούν και αδυνατούν να στηρίξουν τον στόχο για αύξηση 2,8% του ΑΕΠ το 2020 στον οποίο βασίζεται ο προϋπολογισμός, πόσο μάλλον να ηγηθούν μιας δυναμικής ανάκαμψης της οικονομίας.
* επιστημονικός συνεργάτης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
