Καλήν εσπέραν άρχοντες, που σκάτε απ’ τον θυμό σας/ γιατί εισέβαλαν τα ΜΑΤ στο φτωχοκάλυβό σας.// Κακή, ψυχρή κι ανάποδη η τύχη σας και μαύρη/ γυαλιά-καρφιά οι πραίτορες τα κάνανε, σαν ταύροι// που μανιασμένοι μπούκαραν εν υαλοπωλείω/ κι έγινε το τσαρδάκι σας στραβής βολής πεδίο.// Διαμαρτυρηθήκατε και πάθατε στραπάτσα/ τα σίδερα σας φόρεσαν επάνω στην ταράτσα.// Δαρμένους και ξεβράκωτους σας πήγανε στο Τμήμα/ και παρά τρίχα, τυχεροί, γλιτώσατε το μνήμα.//
Πληροφορίες κάκιστες πήραν για τ’ άτομό σας/ και σπάσανε την πόρτα σας χωρίς να ’ν’ ορισμός σας.// Κρύβατε στο υπόγειο ζευγάρι γυρολόγων/ που βρήκε καταφύγιο στη φάτνη των αλόγων.// Η ετοιμόγεννη γυνή τα ’χε από μέρες φτύσει/
κι έψαχνε μια ζεστή γωνιά να στρώσει να γεννήσει.// Η δύστυχη στον βίο της είχε τραβήξει τόσα,/ μα έκανε έναν παίδαρο τέσσερα εννιακόσα.// Καμάρωναν τ’ αλόγατα, οι αίγες και οι τράγοι/ κι ήρθανε τρεις αλλόκοτοι και ρεμπεσκέδες μάγοι.// Χρυσό, σμύρνα και λίβανο του ’βαλαν στα ποδάρια,/ αλλά δεν υπολόγισαν τους μπάτσους τα γομάρια,// που άγρια χαράματα είχαν τρελές εξάψεις/ κι έριχναν στο αρτιγέννητο βομβίδες κρότου λάμψης.//
Η μάνα του η καψερή μιλούσε γλώσσα ξένη/ και βγήκε στη μετάφραση ολότελα χαμένη.// Δήλωσε πως γκαστρώθηκε μυρίζοντας τους κρίνους της/ και απερρίφθη πάραυτα η αίτηση ασύλου της.// Ο Αλκιβιάδης Στεφανής με τα παχιά πτυχία/ το ψέμα δεν ανέχεται και τα θολά στοιχεία.// Διέσχισε το πέλαγος μέσα σε τρύπια βάρκα/ κι ο Βρούτσης με εγκύκλιο της στέρησε τον ΑΜΚΑ.// Ασυλο δεν θα πάρουνε ποτέ κι ας είναι αιτούντες/ γιατί έχουμε κυβέρνηση που κάνει χίλιες χούντες.//
Το δόλιο προσφυγόπουλο δεν θα ’βρει ησυχία/ οι μάγοι που τον μύραναν του ’φεραν ατυχία.// Θα υποστεί μαρτύρια που ανθρώπου νους δεν βάνει/ και θα τονε σταυρώνουνε Βορίδηδες, Μπογδάνοι.// Θα τονε βασανίζουνε του Αδ-όνειδος πορδές/ άμα σωθεί απ’ της ΕΛ.ΑΣ. τις έξαλλες ορδές.// Διαρκώς θα τον διώκουνε με σήμα κατεπείγον/ ανάθεμα την άδικη τη μοίρα των προσφύγων.// Πικρά σας ψάλλω κάλαντα φτωχοί νοικοκυραίοι/ παρείσακτοι στα σπίτια μας νιώθουμε και λαθραίοι.// Του χρόνου, πάντως, εύχομαι να πέσει κεραμίδι/ του μικρού πρόσφυγα η οργή/ και να ’βρει στο δοξαπατρί/ τις ορδές του Χρυσοχοΐδη.
