Επιστρέφοντας πρωί από Υμηττό, στο ύψος της Πανεπιστημιούπολης, μου την είχε «στημένη», συμπαθής κυρία, με την οποία και καλημεριζόμαστε, που όμως, όπως έχω διακρίνει από προηγούμενες… παρορμήσεις της, της αρέσει η κουβεντούλα.
Που αρέσει και σε μένα, αλλά ποτέ στο περπάτημα. Μπορεί να συμπαθώ τον Αριστοτέλη, αλλά δεν είμαι της περιπατητικής σχολής. Στο περπάτημα δεν γουστάρω καθόλου ούτε φιλοσοφία ούτε κουβέντα. Θέλω μόνο να σκέφτομαι ό,τι να ’ναι και, όσο είναι δυνατόν, να μη σκέφτομαι τίποτα· να αφαιρούμαι. Ασφαλώς, όχι ενώπιον αυτοκινήτων!
Μου ζήτησε -με παρακάλεσε- η κυρία να με ακολουθήσει, γιατί «μόνη, φοβόταν τα σκυλιά» και «χθες την είχε τσιμπήσει και μια σφήκα»! Δεν γινόταν να την αποφύγω, αν και ήξερα ότι ούτε τα σκυλιά ούτε, προπαντός, η σφήκα ήταν ο λόγος. Κουβέντα ήθελε η γυναίκα. Με γνωρίζει και εξ όψεως, λέμε και καμιά καλημέρα. Ομως της το ξεκαθάρισα: «Ελάτε. Αλλά, όταν περπατάω, δεν θέλω να κουβεντιάζω!», είπα όσο πιο ευγενικά γινόταν. «Οχι, όχι… δεν θα σας ενοχλήσω καθόλου!».
Το «καθόλου» ήταν: Εχει γιο, 28 χρόνων. Η ίδια εργάζεται (ή εργαζόταν) σε κάποιο νοσοκομείο. Παλιά έμενε κοντά στο Καλλιμάρμαρο. Πήγαινε από το νοσοκομείο στο σπίτι με τα πόδια. «Μισή ώρα!». Πώς; «Τότε με παπούτσια γυναικεία… Μη βλέπετε τώρα… με τα σπορτέξ, είναι το περπάτημα παιχνίδι!». Δεν βλέπει τηλεόραση το βράδυ· μόνο, «όπως εχθές… καμιά πολιτική συζήτηση». Συνήθως τα βράδια «διαβάζω ή κάτι γράφω… μέχρι έντεκα-δώδεκα…».
Αυτά (ίσως και άλλα που δεν συγκράτησα…) ήταν το «καθόλου». Εγώ… σφίγγα! Ούτε λέξη. «Γεια σας και ευχαριστώ!» είπε μια στιγμή. «Από δω πάτε;», ήταν η μόνη μου φράση. «Οχι, αλλά έχει κάτι μονόζυγα πιο πέρα και πάω λίγο και κρεμιέμαι…». Γέλασα, αλλά από μέσα μου!
