Ενα αστέρι που δεν νογούσε από την κακία των ανθρώπων, στο τελευταίο φως του δειλινού σχημάτιζε πάνω στον βράχο του Σουνίου, στον ναό του Ποσειδώνα, τη μορφή του Παρμενίδη, και του Ηράκλειτου στα κύματα της θάλασσας. Κρατούσε ο Παρμενίδης τις πυρκαγιές και τις ημέρευε μέσα στα δάκρυα των πυρπολημένων βουνών. Σπάραζε η καρδιά του ήλιου και της νύχτας από τα συσσωρευμένα απόβλητα.
Με τις αναθυμιάσεις της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή της καπιταλιστικής αδηφάγου καταστροφής των πάντων και της μετάλλαξης των στοιχείων που συναρμόζουν τη συμπαντική αρμονία για να συνεχίζεται η ζωή, αυτή κατέρρευσε.
«Πρέπει όλα να τα μάθεις, / την ατάραχη καρδιά της στρογγυλής Αλήθειας/ και τις ιδέες των θνητών τις ψεύτικες. / Αλλά θα μάθεις και πώς πρέπει να ‘ναι οι γνώμες των ανθρώπων / για να έχουν βάση και να διαπερνούν τα πάντα», μετ. Δ. Κούρτοβικ, KIRK, RAVEN, SCHOFIELD, εκδ. ΜΙΕΤ, μονολογούσε ο Παρμενίδης στο ψυχάλισμα του φωτός πάνω στο Σούνιο. Μια βουρκωμένη ρεματιά με τα δέντρα της, τα νερά της, τ’ αλαφιασμένα ζώα, τα θλιμμένα πουλιά, τα βομβίζοντα έντομα, τα σιωπηλά σκουληκάκια, σηκώθηκε σαν μια ψυχή και αγκάλιασε την αθωότητα του άστρου. Οι αγριοτριανταφυλλιές και οι ροδοδάφνες της γέμισαν στεναγμούς τον ύπερο της παρμενίδειας αλήθειας. «Κι ο νόστιμος κιλαηδισμός που τα πουλάκια εκάναν και το μουρμούρι του νερού σ’ γλυκότη τον εβάναν», «Ερωτόκριτος».
Ο Ηράκλειτος της διαρκούς μεταβολής όρθιος στων κυμάτων το αχολόγημα καλούσε τα ρεύματα από τον Εύριπο μέχρι τον αβυσσαλέο Καβομαλιά, από το Καρπάθιο και την πνοή της Κρήτης έως τη γνωσιοφόρο Αλεξάνδρεια, τα Δαρδανέλια και το Γιβραλτάρ να ξαναβρούν την αρχαία ανάσα τους. Αυτή που τροφοδοτεί τη ζωή και διαλύει την ύβρι των ψυχικών και υλικών αποβλήτων. «Υβριν χρη σβεννύναι μάλλον η πυρκαϊήν», απάγγειλαν τα κύματα στον αιώνιο παφλασμό τους.
Τιθάσευε τις θύελλες και τις καταιγίδες αλλάζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά του, ο Μιλήσιος, την οργή τους με το χάδι της συμπαντικής σοφίας. Υπενθυμίζοντας ξανά «ήθος ανθρώπω δαίμων». Αρχισε ο χορός των δελφινιών σε όλη τη Μεσόγειο με το τραγούδι και τους θαλασσινούς ζουρνάδες των φαλαινών στην παντοτινή μαγεία του Σουνίου.
Κι ένα αστέρι δε νογά την μαύρη μας την απονιά
Στης Φύσης την αγάπη, κλαίει στου ονείρου τον μπαξέ
Δίνει φιλί στον μενεξέ και χάνεται στο φως του.
