Ντάρι, ντάρι, ντάρι, ντάρι/ τον Αντώνη Διαματάρη/ τονε πήρανε χαμπάρι./ Βλέπεις, του ’κατσε λαχείο/ τ’ αφιλότιμο πτυχίο./ Είχε στο βιογραφικό/ βαρύ μεταπτυχιακό./ Αποκτηθέν εις το Κολού-/ μπια και τη Χονολουλού./ Στη σχολή αντί να πάει/ το γλεντούσε στη Χαβάη./ Στον κόκορα τα φόρτωσε/ κι άσχημα τα διόρθωσε./ Δήλωσε τίτλο γιαλαντζί/ μαϊμού βαρβάτη, χιμπατζή./ Και ούτε γάτα ούτε ζημιά/ μα ας όψεται η γκαντεμιά./ Γιατί ήθελ’ υπουργεία/ διακρίσεις, μεγαλεία./ Κι έτσι στο μικροσκόπιο μπήκανε οι σπουδές του/ και όλοι στο Ελλαδιστάν μάθανε τις πομπές του./ Φέρθηκε με αγένεια/ πάντως στην ομογένεια./
Οι Ελληνοαμερικανοί/ τον βλέπουν κόκκινο πανί./ Επεσε η μισή ντροπή πάνω τους σαν κατάρα/ και τώρα δεν ξεπλένονται ούτε με τον Νιαγάρα./ Υπολείπονται σε τσίπα/ οι παράγοντες των ΗΠΑ./ Υπήρξε προηγούμενο με Παπαδημητρίου/ που εισέπραττε συν γυναιξί επίδομα ενοικίου./ Τους έσουραν τα μύρια/ που ’χαν εκατομμύρια/ κι ύστερα σαν τον ζήτουλα/ διεκδικούσαν ψίχουλα./ Δεν παραδειγματίστηκε –μη βασκαθεί και φτύσ’ τον–/ ο Κούλης όταν σκάρωνε το σχήμα των αρίστων./ Μπούμερανγκ η αριστεία/ του γυρίζει αστεία αστεία./ Ενας προς έναν οι άριστοι/ αποδεικνύονται άχρηστοι./ Τους τρώει ο συναγωνισμός/ και της αρχής ο κυνισμός./ Μαζεύτηκαν στην Πειραιώς οι μαθητές του «είκοσι»/ φιγούρα για να κάνουνε και ψεύτικη εντύπωση./
Θεσιθήρες από κούνια/ κι αν τα βρίσκουνε μπαστούνια/ τη μεγάλη ατυχία/ να ’χουνε λειψά πτυχία/ να χαλκέψουν δεν πτοούνται/ και μπαμπέσικα ξηγιούνται./ Με καταιγιστικούς ρυθμούς/ πειράζουνε τους αριθμούς/ και μεγαλώνουν τους βαθμούς./ Χτίζουνε βιογραφικά/ επίπλαστα και εικονικά./ Κι έτσι με θολά στοιχεία/ κατακτούν την αριστεία./ Με τέτοια ανοσιουργή-/ ματα μοστράρουν υπουργοί./ Κάνει κακό ποδαρικό/ το κράτος το επιτελικό./ Σύσσωμη η κυβέρνηση/ πρέπει να υποβάλει/ στα γρήγορα παραίτηση/ για το κακό της χάλι·/ η συναγρίδα άλλωστε/ βρομάει απ’ το κεφάλι/ κι η τόση μπόχα προκαλεί στον Μητσοτάκη ζάλη./ Το διαμάντι ο Διαματάρης σίγουρα δεν είν’ ο μόνος/ που αφού κάνει λαμογιά τον κυριεύει ο πόνος./ Εχει κι άλλον Αντωνάκη της Νου Δου ο ταμιευτήρας/ που από βλαχοδήμαρχος κατάντησε κλητήρας./ Τα μικρόφωνα αρπάζει/ πού σε πονεί και πού σε σφάζει./
Οπου γάμος και χαρά/ βρε, καλώς τον Σαμαρά./ Στα συνέδρια αγορεύει/ και τις εντυπώσεις κλέβει./ Ξενοφοβικές κορόνες/ αμολάει και κοτρόνες./ Κυνηγά τους πρόσφυγες/ με ρατσιστικές κραυγές./ Είναι στα μυαλά ακραίος/ στην ψυχούλα του λαθραίος/ και στη Μιχαλού έχει χρέος./ Αντιγράφει τον Σαλβίνι/ άραγε ληγμένα πίνει;/ Θυμίζει τη Μαρίν Λεπέν/ και την παλιά καλή ΕΠΕΝ./ Κάνει στον Ξένιο Δία/ καθημερινώς κηδεία./ Ο Ορμπαν εμπρός του ωχριά/ και χύνει μαύρα δάκρυα./ Το ’χουν χούι οι φασίστες/ και συνηθισμένο στάτους/ να το παίζουνε μασίστες/ μοναχά στους αδυνάτους./ Γεμάτο το αμφιθέατρο παρόμοια αποστήματα/ με δάφνες τον στεφάνωνε και με χειροκροτήματα./
Σε κάθε λέξη οι σύνεδροι θερμά επευφημούσαν/ και μισαλλόδοξες ιαχές την αίθουσα δονούσαν./ Και ο Κυριάκος άκουγε με άλαλα τα χείλη/ και μέσα του κατέβαζε κάνα σβηστό καντήλι/ γιατί γινόταν διεθνώς και εθνικώς ρεζίλι./ Στην τάξη όμως δεν τόλμησε να τον επαναφέρει/ ίσως γιατί το κόμμα του ξέρει από πρώτο χέρι./ Σολάριζε ο Αντουάν, δεν κρύβεται ο πόθος/ να παραμείνει εσαεί αρχηγός έστω και νόθος./ Τον θαύμασαν οι οπαδοί από την Καλαμάτα/ και δυσανασχετήσανε για τα κακά μαντάτα./ Στην πόλη τους θα βάλουνε, λέει, το Φάιβ Τζι/ να ’χουνε μέγκλα ίντερνετ, διαδίκτυο τζιτζί./ Πράγματα ανήκουστα, εργαλεία του διαβόλου/ που προκαλούνε στείρωση κι ασθένειες του κώλου./ Καθόσον με τον Σαμαρά νιώθουνε ούνα φάτσα/ ανησυχήσανε σφοδρώς μπας και χαθεί η ράτσα.
