Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην Ελλάδα το ράγκμπι (που δεν πρέπει να συγχέεται με το αμερικανικό football) δεν είναι καθόλου δημοφιλές, εν αντιθέσει με άλλες χώρες, όπως η Αγγλία, που έχει μια υψηλή θέση στις προτιμήσεις των φιλάθλων, όπως π.χ. το μπάσκετ εδώ. Στη Νότια Αφρική μάλιστα, ξεπερνά και το ποδόσφαιρο. Διαχρονικά, στην αφρικανική χώρα το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα των μαύρων και το ράγκμπι των λευκών.

Η πρώτη μεγάλη προσέγγιση των δύο κόσμων έγινε το 1995. Τις μέρες πριν η Νότια Αφρική φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο, ο Νέλσον Μαντέλα κάλεσε στο προεδρικό μέγαρο την ομάδα, η οποία αποτελούνταν από 33 λευκούς και έναν μαύρο παίκτη, τον Τσέστερ Ουίλιαμς, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο.

Εκείνη η συνάντηση πήγε πολύ καλά και σε αυτό βοήθησε ο αρχηγός της εθνικής ομάδας Φρανσουά Πιένααρ. Η Ν. Αφρική κατέβηκε στη διοργάνωση με τη συντριπτική πλειονότητα του κόσμου να τη στηρίζει, υπό το σλόγκαν «μία χώρα, μία ομάδα».

Στο τέλος μάλιστα οι «Σπρίνγκμποκς» κατέκτησαν το τρόπαιο, ενώ πριν από τον τελικό με πρωτοβουλία του Πιένααρ επισκέφθηκαν το νησί Ρόμπεν, όπου ο μεγάλος ηγέτης της χώρας έμεινε φυλακισμένος για 18 χρόνια.

Τα χρόνια πέρασαν και η Νότια Αφρική έμαθε να αγαπά το ράγκμπι ανεξαρτήτως χρώματος, αλλά και το ποδόσφαιρο, όταν το 2010 διοργάνωσε το αντίστοιχο Μουντιάλ.

Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη λατρεία του κόσμου παραμένει το ράγκμπι και αύριο το πρωί η εθνική τους ομάδα ετοιμάζεται να διεκδικήσει έναν ακόμη παγκόσμιο τίτλο στον τελικό με την Αγγλία.

Η μεγάλη ιδιαιτερότητα και το τεράστιο βήμα προόδου που ξεκίνησε από την ενωτική κίνηση του Μαντέλα πριν από 24 χρόνια είναι ότι αρχηγός της ομάδας είναι πια ένας μαύρος. Ο 28χρονος Σιγιά Κολίσι θα ηγηθεί της Εθνικής του στη Γιοκοχάμα.

Ο Κολίσι γεννήθηκε από ανήλικους γονείς και μεγάλωσε στο χωριό Ζουάιντ, λίγο έξω από το Πορτ Ελίζαμπεθ. Ηταν τεσσάρων ετών το ’95, ενώ όταν η Νότια Αφρική κατέκτησε το δεύτερο Παγκόσμιο είχε γίνει 16, είχε χάσει τη μητέρα του και ήδη έπαιζε ράγκμπι. Ακόμη δεν είχε τηλεόραση στο σπίτι του και αναγκάστηκε να πάει σε μια τοπική ταβέρνα για να δει τον τελικό του 2007.

Επτά χρόνια αργότερα, είχε καταφέρει να γίνει επαγγελματίας, διεθνής και να σταθεί στα πόδια του οικονομικά. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάρει στο σπίτι του τα δύο ετεροθαλή του αδέρφια που μεγάλωναν σε ορφανοτροφείο μετά τον πρόωρο θάνατο της μητέρας τους. Σήμερα ζουν ακόμη μαζί του, μαζί με τη γυναίκα του και τα δύο μικρά παιδιά τους.