Ο άνθρωπος εγκαταστάθηκε στην ελληνική ύπαιθρο από τα πολύ παλιά χρόνια. Γι’ αυτό ανέκαθεν προσπαθούσε, μέσα από δοκιμές και λάθη, να αξιοποιήσει στο έπακρο όλους τους διαθέσιμους πόρους.
Οι βελτιώσεις που επέφερε η σύγχρονη γεωπονία στην καλλιέργεια των πεδινών περιοχών είχαν αποτέλεσμα τη διατάραξη της πανάρχαιας ισορροπίας ανάμεσα στους θερινούς βοσκότοπους και τα χειμαδιά.
Και τα δύο ήταν απαραίτητα προκειμένου οι κοινότητες να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τα ορεινά λιβάδια. Πράγμα που μαρτυρά πόσο ταιριαστές ήταν οι παραδοσιακές πρακτικές με το φυσικό περιβάλλον.
Την ίδια στιγμή ο Εμφύλιος οριοθετούσε μια νέα ιδιόμορφη οικονομική γεωγραφία που θα άλλαζε σε μεγάλο βαθμό το τοπίο της υπαίθρου. Μιας υπαίθρου που πλήρωσε πολύ ακριβά το τίμημα της σύγκρουσης του ελληνικού λαού. Αυτή τη φορά όχι με τον ξένο κατακτητή, αλλά με τον «εσωτερικό εχθρό».
Ο ρόλος της υπαίθρου
Τα στρατιωτικά στελέχη της κυβερνητικής πλευράς είχαν διαπιστώσει ότι η ανάπτυξη των στρατιωτικών ομάδων του Δημοκρατικού Στρατού γινόταν δυνατή μέσα από την επαφή τους με τον κοινωνικό χώρο. Δηλαδή με τη στρατολογία σε αυτόν. Το ζητούμενο ήταν πλέον η αποκοπή των μονάδων του αντίπαλου στρατού από τον κοινωνικό χώρο τους.
Εκτιμούσαν ότι στην περίπτωση που η επικράτεια του ΔΣΕ απέμενε έρημος τόπος, χωρίς κατοίκους και πολίτες, τότε η καταστροφή της γινόταν εύκολη υπόθεση. Το μέτρο άρχισε να εφαρμόζεται δειλά και τμηματικά ήδη από τον χειμώνα του 1946-47.
Στην αρχή είχε πολύ περιορισμένους στόχους που κυρίως απέβλεπαν στον έλεγχο της μετακίνησης των νομάδων κτηνοτρόφων. Δηλαδή εκείνων που μετακινούσαν διαρκώς τα κοπάδια τους σε αναζήτηση βοσκοτόπων για κάθε εποχή του έτους.
Η επιστροφή των κατοίκων στα ορεινά από τις περιοχές ξεχειμωνιάσματος παρεμποδίστηκε σε πολλές περιπτώσεις. Οπως επίσης και η επιστροφή των κοπαδιών στα βοσκοτόπια, ειδικά στις περιοχές όπου ο προγραμματισμός του στρατού προέβλεπε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.
Το καλοκαίρι του 1947 πολλές μικρές ή μεγάλες πόλεις στις παρυφές των ορεινών περιοχών είχαν ήδη αυξήσει δυσανάλογα τον πληθυσμό τους.
Συνεπεία αυτού ήταν να αποκτήσουν γύρω από τον πολεοδομικό ιστό τους έναν δακτύλιο από πρόσφυγες και αναγκαστικά εκτοπισθέντες από τα χωριά τους. Η Κόνιτσα, λόγου χάρη, είδε τον πληθυσμό της να διπλασιάζεται μέσα σε μόλις λίγες εβδομάδες.
Τα Γρεβενά «φιλοξενούσαν» ήδη 11.000 πρόσφυγες και εκτοπισμένους. Στον νομό Καστοριάς δέκα χιλιάδες πρόσφυγες και εκτοπισμένοι είχαν εγκατασταθεί γύρω από την Καστοριά, το Αργος Ορεστικό και το Νεστόριο.
Σχεδόν το ένα πέμπτο του πληθυσμού ήταν άστεγοι. Η μέση ημερήσια κατανάλωση τροφίμων κατά οικογένεια είχε μειωθεί κάτω από το μισό της προπολεμικής. Επιπλέον το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής υποδομής (τα κεντρικά λιμάνια, ο Ισθμός της Κορίνθου και το κυρίως σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο) είχε αχρηστευτεί.
Το ίδιο συνέβη και στη συντριπτική πλειονότητα των μέσων μετακίνησης. Τα δίκτυα της ενέργειας, της ύδρευσης και των τηλεπικοινωνιών υπολειτουργούσαν. Η παραγωγική δραστηριότητα είχε συρρικνωθεί.
Στον αγροτικό τομέα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις είχαν περιοριστεί κατά ένα τέταρτο και η παραγωγή ήταν κάτω από το μισό της αντίστοιχης προπολεμικής. Ο εξοπλισμός της γεωργίας είχε μειωθεί δραματικά.
Οι επιπτώσεις του Εμφυλίου
Ο πιο σημαντικός τομέας για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας ήταν φυσικά ο αγροτικός. Η οικονομική βοήθεια στη διάρκεια του ’45 και του ’46 απέβλεπε στην επιβίωση του συνόλου του πληθυσμού. Το βασικό κριτήριο για το μέγεθός της ήταν η συμπλήρωση της εγχώριας αγροτικής παραγωγής.
Η παραγωγική δυνατότητα της γεωργίας το ’45 εκτιμήθηκε ότι μπορούσε να προσφέρει 1.200-1.300 θερμίδες ανά άτομο. Αρα οι εισαγωγές της UNRRA (Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών) θα έπρεπε να καλύψουν το ισοδύναμο άλλων τόσων θερμίδων.
Προπολεμικά η εγχώρια παραγωγή ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης και κάλυπτε περίπου το 85% των διατροφικών αναγκών της χώρας. Εντούτοις η χώρα ήταν ελλειμματική σε βασικά προϊόντα: σιτηρά, βοδινό κρέας, ρύζι, ζάχαρη και καφέ.
Η UNRRA ακολούθησε το προπολεμικό πρότυπο των εισαγωγών δίνοντας πρωταρχική έμφαση στα σιτηρά. Ηταν το πιο κρίσιμο θέμα. Η αποκατάσταση της εγχώριας παραγωγής σιτηρών ήταν ο πιο αποφασιστικός παράγοντας για να μπορέσει να συντηρηθεί ο πληθυσμός.
Από την άλλη πλευρά τα εξαγωγικά προϊόντα ήταν ευαίσθητα στην οικονομική συγκυρία, αφού αποτελούσαν είδη πολυτελείας όπως ήταν ο καπνός και η σταφίδα.
Η ανασυγκρότηση της αγροτικής παραγωγής προχώρησε με αργούς ρυθμούς στη διάρκεια του ’45, κυρίως εξαιτίας της κακής σοδειάς σιτηρών, και με πολύ υψηλούς στη διάρκεια του ’46. Μετά τον Εμφύλιο ο μηχανικός και ζωικός εξοπλισμός ήταν κατά το ήμισυ κατεστραμμένος.
Ετσι οι προσπάθειες της UNRRA, παρότι σημαντικές, κατάφεραν να καλύψουν μέρος μόνο των απωλειών. Υπό κανονικές συνθήκες τα χωριά του κάμπου εξήγαγαν τρόφιμα. Κατά τους πρώτους μήνες του 1947 όμως οι συνθήκες στην Ελλάδα μόνο κανονικές δεν ήταν. Το σύστημα αγορών της χώρας είχε σχεδόν καταρρεύσει.
Επί χρόνια δεν υπήρχαν λιπάσματα και ανταλλακτικά. Τα τροχοφόρα οχήματα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και τα υποζύγια σπάνιζαν. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου τα χωριά του κάμπου είχαν υποστεί βίαιες ή σχεδόν βίαιες επιτάξεις. Συνήθως γίνονταν με αλλοπρόσαλλο τρόπο και κατανέμονταν άνισα μεταξύ των διαφόρων νοικοκυριών.
Η πολιτική βία ήταν ευρέως διαδεδομένη και ο φόβος της απλωνόταν πολύ πιο πέρα από τα ξυλοκοπήματα, τους φόνους ή τις λεηλασίες. Ως αποτέλεσμα η ζωή στο χωριό αλλά και η παραγωγικότητα βρίσκονταν σε μεγάλη κάμψη. Ακόμα και στους κάμπους οι πηγές τροφίμων μετά βίας έφταναν για να τραφεί ο τοπικός πληθυσμός.
Στην ύπαιθρο είχαν καταστραφεί περισσότερα από 2.000 χωριά. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις -ελαιώνες, αμπελώνες και καπνοκαλλιέργειες- είχαν καταστραφεί κι αυτές. Με το τέλος του Εμφυλίου ο αγρότης ήταν ιδιοκτήτης των παραγωγικών μέσων του.
Οργάνωνε ο ίδιος τη διαδικασία της παραγωγής και το προϊόν του μόχθου του άνηκε εξ ολοκλήρου σε αυτόν. Βέβαια ο στόχος του παραμένει πάντα η εξασφάλιση ενός ελάχιστου εισοδήματος που θα του επιτρέψει να συντηρήσει την οικογένεια και να αναπαράγει τα μέσα παραγωγής.
