ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι πρόσφυγες του Πόντου που εγκαταστάθηκαν στη Δραπετσώνα προ της Μικρασιατικής Καταστροφής, καθώς και οι πρόσφυγες του ’22 και οι ανταλλάξιμοι πρόσφυγες του 1923 που ήρθαν να κατοικήσουν στα βαλτώδη εδάφη της περιοχής κουβαλούν τον χώρο τους στη νέα πατρίδα. Ο χώρος κατοίκησης γίνεται τόπος εγκατάστασης μέσα από ένα αργό και βασανιστικό ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο, ένα ταξίδι προσαρμογής στη νέα χωρική πραγματικότητα.

Θα περάσουν μήνες ή και χρόνια μέχρι να αποκτήσουν τη δική τους παράγκα. Από τα νησιά του βόρειου Αιγαίου στα ξερονήσια του αρχιπελάγους και ύστερα στον λιμένα Πειραιώς, στη θέση Ρολόι και στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, μια βραχώδη νησίδα μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας, στον πανάρχαιο θαλάσσιο δίαυλο του Σαρωνικού. Οι πρόσφυγες στο Λοιμοκαθαρτήριο θα αναβαπτιστούν σε ένα νέο χωρικό πλαίσιο όπου το «εδώ» θα λειτουργεί αντιθετικά με το «εκεί».

Με υλικά ευτελή όπως ο τσίγκος, τα θαλασσόξυλα και το πισσόχαρτο, με χωματόπλινθες από το χώμα του νέου τόπου και ξυλεία από το κοντινό όρος Αιγάλεω θα φτιάξουν τις παράγκες τους. 2.500 παράγκες σε μια έκταση μερικών εκατοντάδων στρεμμάτων.

Η πατρίδα της παράγκας

Η παράγκα δεν είναι απλώς η νέα κατοικία για τους πρόσφυγες της Δραπετσώνας, αλλά η νέα πατρίδα. Η πατρίδα θα ταυτιστεί με την παράγκα. Το χωρικό πλαίσιο της παράγκας αποτελεί όριο και σύνορο μαζί μιας πατρίδας που αναπτύσσεται μεταξύ δέκα και είκοσι τετραγωνικών μέτρων. Η πατρίδα αποκτά έτσι τη διάσταση του βιωμένου χώρου. Κάθε παράγκα και μια πατρίδα, έτσι όπως τη βιώνει ο κάθε πρόσφυγας στον κατακερματισμένο χώρο της παραγκούπολης.

«Σκηναί αλλοφροσύνης διεδραματίσθησαν χθες το πρωί εις την Δραπετσώνα όταν αρμόδιοι υπάλληλοι του υπουργείου Προνοίας συνοδευόμενοι από αστυνομικές δυνάμεις περιήρχοντο στον συνοικισμό και δι’ απειλών προεκάλουν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα παραπήγματα» | Εφημερίδα «Ανεξάρτητος Τύπος», 11/11/1960

Η πατρίδα της παράγκας, χωρική οντότητα αλλά και φαντασιακός χώρος, άλλοτε θα υποταχθεί στην κρατική βούληση και άλλοτε θα συγκρουστεί μαζί της. Οι πρόσφυγες θα συγκροτήσουν εξαρχής συλλογικότητες (προσφυγικά σωματεία, αθλητικούς συλλόγους κ.λπ.) και θα εκφράσουν συντεταγμένα τα αιτήματά τους προς την κρατική διοίκηση. Αλλά η μεταξύ τους σχέση θα αποδειχθεί προβληματική και θα χαρακτηριστεί σε όλες τις φάσεις της χωρικής μετατόπισης και εγκατάστασης από έλλειψη εμπιστοσύνης των προσφύγων έναντι του κράτους.

Η κρατική διοίκηση θα τους θεωρήσει σε πολλές περιπτώσεις έρμαιο στα χέρια κομματικών και συνδικαλιστικών παραγόντων και θα θελήσει να επιβάλει τη βούλησή της με τη βία, με κορυφαίο γεγονός τη λεγόμενη «Μάχη της Παράγκας» τον Νοέμβριο του 1960. Οι πρόσφυγες θα σχηματοποιήσουν με τη σειρά τους την εικόνα της κρατικής διοίκησης ως εισβολέα και εχθρού της πατρίδας της παράγκας. Και αυτή η εχθρότητα θα σφυρηλατηθεί σε βάθος σχεδόν πενήντα χρόνων.

Η τοποθέτηση του προσφυγικού στοιχείου στον χώρο θα γίνει παράλληλα με τη χάραξη πολλαπλών διαχωριστικών γραμμών. Η παράγκα θα αναδυθεί ανάμεσα σε γεωγραφικά και ψυχολογικά όρια και φραγμούς και θα οικειοποιηθεί τους συμβολισμούς που θα της αποδοθούν στο πέρασμα του χρόνου. Μετά από μια μακρά περίοδο εξωστρέφειας την περίοδο του Μεσοπολέμου, η πατρίδα της παράγκας θα υψώσει τείχη σιωπής τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια και μέχρι τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Ο αγώνας για την αυτοστέγαση

Τον Φεβρουάριο του 1960 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή θα εξαγγείλει τη διάθεση 260 εκατομμυρίων δραχμών για την πραγματοποίηση ρηξικέλευθου προγράμματος στεγαστικής αποκατάστασης προσφύγων και γηγενών. Επρόκειτο για την κατασκευή με εργολαβία 3.500 διαμερισμάτων, σε τετραώροφα και οκταώροφα, εκ των οποίων 1.200 προορίζονταν για τη Δραπετσώνα (συν 1.100 για Αθήνα και 1.200 για Θεσσαλονίκη).

Οι κάτοικοι της Δραπετσώνας θα αντιδράσουν και θα προβάλουν ως μοναδική λύση την αυτοστέγαση. Δηλαδή, αντί να γκρεμιστούν όλες οι παράγκες και να χτιστεί ο νέος συνοικισμός στη θέση του παλιού εξ αρχής, προτείνεται η «επί τόπου αυτοστέγαση» για όλους. Για την αυτοστέγαση περιγράφονταν διάφορες εκδοχές (διώροφα με δύο ιδιοκτήτες ανά κατοικία κ.λπ.) αλλά δεν υπήρχε ακόμη σαφές σχέδιο. Η υπεράσπιση της παράγκας θα σημαδέψει τη νέα δεκαετία.

Δύο φιγούρες θα αναδυθούν εκείνη την περίοδο. Είναι ο πρόσφυγας, παλιός ποδοσφαιριστής και κατόπιν δήμαρχος Δραπετσώνας Μαρίνος Κοσκινάς και ο εκπρόσωπος των προσφύγων, δικηγόρος Αβραάμ Κοντόπουλος.

«Χθες το απόγευμα σε ένδειξη συμπαραστάσεως περιόδευσαν επί δίωρο στον συνοικισμό Δραπετσώνας επτά δημοτικοί σύμβουλοι με επικεφαλής τον δήμαρχο κ. Κοσκινά. Οι παραπηγματούχοι υπεδέχθησαν παντού με ενθουσιασμό τους δημοτικούς άρχοντες και ετόνισαν ότι είναι αποφασισμένοι να υπερασπιστούν τις παράγκες τους μέχρις ότου εξασφαλιστεί η οριστική τους στέγασι».

Εφημερίδα «Αυγή», 19/8/1960.

Η Πιπίνα Αναβάνογλου, κουνιάδα του Κοντόπουλου, 81 χρόνων σήμερα, θυμάται τη μαζική συμμετοχή κατοίκων και φορέων στον κινηματογράφο «Ολύμπια», στις 18 Αυγούστου 1960, αλλά και τον αποκλεισμό της Δραπετσώνας από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις όταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος θα προσπαθήσει να επισκεφθεί την περιοχή, εκφράζοντας τη συμπαράστασή του στους κατοίκους.

«Η αστυνομία ανίσχυρη άρχισε να κτυπά τους παραπηγματούχους που ήταν συγκεντρωμένοι στις παρόδους και τραυμάτισαν σοβαρώς τη Μαρία Κουροπούλου ετών 56 που τελεί εν αφασία, τον επιληπτικό Αλέκο Γάκα και έδειραν αγρίως την Κορνηλία Χαράτση. Επίσης προς στιγμή συνελήφθησαν ορισμένοι μεταξύ των οποίων και ο Ανδρέας Μαυρουδής. Ιδιαιτέρως καταγγέλλεται η στάσι του αξιωματικού ασφαλείας Βρεττάκου ο οποίος και καθημερινώς πρωτοστατεί σε τρομοκρατικές ενέργειες σε βάρος των προσφύγων».

Εφημερίδα «Αθηναϊκή», 8/9/1960.

Η ανεξέλεγκτη αστυνομική βία σε βάρος όσων υπερασπίζονται την παράγκα τους θα σηματοδοτήσει την έναρξη μιας περιόδου τρομοκράτησης των προσφύγων, με πρωταγωνιστή τον τότε διοικητή Ασφαλείας Πειραιώς, Βρεττάκο. Η κυβέρνηση Καραμανλή σε απάντηση των αγωνιστικών κινητοποιήσεων θα αποστείλει τα πρώτα 499 σημειώματα σε ισάριθμες προσφυγικές οικογένειες με την εντολή να κατεδαφίσουν την παράγκα τους μέχρι 15 Σεπτεμβρίου 1960.

«Σκηναί αλλοφροσύνης διεδραματίσθησαν χθες το πρωί εις την Δραπετσώνα όταν αρμόδιοι υπάλληλοι του υπουργείου Προνοίας συνοδευόμενοι από αστυνομικές δυνάμεις περιήρχοντο στον συνοικισμό και δι’ απειλών προεκάλουν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τα παραπήγματα».

Εφημερίδα «Ανεξάρτητος Τύπος», 11/11/1960.

Η τελική λύση

Από τις 499 προσφυγικές οικογένειες που υποχρεώνονταν να γκρεμίσουν την παράγκα τους, υπάκουσαν μόνο 138 όταν έληξε η προθεσμία που έθεσε η κυβέρνηση. Το φρόνημα των παραπηγματούχων παρέμενε υψηλό και η κυβέρνηση Καραμανλή πήρε την απόφαση για πλήρη απαγόρευση των διαδηλώσεων. Το πρωί της 14ης Νοεμβρίου 1960 θα πραγματοποιηθεί μεγάλη έφοδος της αστυνομίας και συνεργείων κατεδάφισης. Ο προσφυγικός συνοικισμός θα γεμίσει από πηλήκια της αστυνομίας και της χωροφυλακής, θυμάται η Πιπίνα Αναβάνογλου.

«Τον συνοικισμό απέκλεισαν από τις 7.15 το πρωί ισχυρότατες αστυνομικές δυνάμεις με επικεφαλής τους διοικητές αστυνομίας και ασφαλείας κ.κ. Κοντογιώργο και Ταβουλάρη. Επίσης παρίστατο ο αντεισαγγελεύς κ. Πετρόπουλος.

Με ράχη την κεντρική οδό Κανελλοπούλου, περίπου χίλια αστυνομικά όργανα σχημάτισαν μια τεράστια βεντάλια και απέκοψαν από τον υπόλοιπο κόσμο το τμήμα του συνοικισμού όπου θα εγίνοντο οι εξώσεις των προσφυγικών οικογενειών και οι κατεδαφίσεις των παραπηγμάτων τους. […] Η αστυνομία κράτησε για πολλή ώρα τους παραπηγματούχους κλεισμένους στα σπίτια τους και δεν τους επέτρεπε να εξέλθουν ούτε και για τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια».

Εφημερίδα «Εθνος», 15/11/1960

Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, οι περισσότεροι από τους τραυματίες είναι γυναίκες. Θα τραυματιστούν σοβαρά: Κορνηλία Μωυσιάδου (έπαθε εγκεφαλική διάσειση), Δέσποινα Σικαλή, Σοφία Μπογίτση, Αγγελική Περμαντάλογλου, Ιουλία Κουτρούλη, Μαρίνα Παλαμίδου, Κωνσταντίνα Διονυσίου. Θα μεταφερθούν επίσης στα νοσοκομεία ελαφρώς τραυματισμένες: Γαρουφαλλιά Πασχαλίδου, Ζαφειρία Ιωακειμίδου, Ερμιόνη Αντωνιάδου, Αιμιλία Ταγκατίδου, Σοφία Μπογιατζή, Χρυσούλα Μανικά, Γεσθημανή Κυρτάκου, Κούλα Μπουντούρογλου κ.ά.

Οι γυναίκες θα πρωτοστατήσουν στη «μάχη της παράγκας», μια μάχη που δόθηκε ακριβώς 11 χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου. Οι κάτοικοι της Δραπετσώνας, θύματα του κράτους των νικητών, διωγμένοι από το καθεστώς Μεταξά, κυνηγημένοι από τους δωσίλογους κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, εξόριστοι στη Μακρόνησο και αλλού τη δεκαετία του 1950, θα στείλουν το δικό τους μήνυμα στην Ελλάδα του 1960. «Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί».

*Δημοσιογράφος και δημιουργός ντοκιμαντέρ, υποψήφιος διδάκτωρ Ανθρωπογεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο