Πολλά έχουν γραφτεί για τον ηγέτη της Φασιστικής Ιταλίας, που εισέβαλε στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Πολλά έχουν γραφτεί, αλλά και πολλά έχουν σχεδιαστεί και έχουν συντεθεί για τον Μπενίτο Μουσολίνι: σκωπτικές γελοιογραφίες και κωμικά τραγούδια από καλλιτέχνες της εποχής, που καταρράκωναν το όποιο κύρος του Αρχηγού του Φασιστικού Κόμματος, του Ντούτσε, ξεπουπουλιάζοντάς τον: «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του, και τη σκούφια την ψηλή του, μ’ όλα τα φτερά…», τραγουδούσε η Σοφία Βέμπο, σε στίχους Γιώργου Θίσβιου και μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη.
Αυτή η αποδόμηση δεν ήταν και πολύ δύσκολη, εδώ που τα λέμε, μια και ο ίδιος, αφόρητα λαϊκιστής, «πουλούσε» τον εαυτό του από το μπαλκόνι, σκηνοθετώντας τον ως λαοπρόβλητο ηγέτη, με γελοία, συνήθως, αποτελέσματα. Στολές πεποικιλμένες, αξεσουάρ άφθονα, από καπέλα μέχρι γάντια, σωρός από μετάλλια, παράσημα και διάσημα, τεατράλε ομιλίες, εκφραστικές κινήσεις, μουσαντέ μεγαλοπρέπεια: ο Μπενίτο στις δημόσιες εμφανίσεις του φαντασιωνόταν την αρχαία Ρώμη και τον εαυτό του ως σύγχρονο αυτοκράτορα, καθώς τα πλήθη των Ιταλών από κάτω επικροτούσαν και χειροκροτούσαν τον Ηγέτη – τον Ντούτσε…
Οσο και να μη μας αρέσει, όσο άβολα και αν νιώθουμε, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα οπτικά ντοκουμέντα, τα φιλμ με το ενθουσιώδες κοινό του Μουσολίνι, που μοιραζόταν μαζί του το όνειρο της ισχύος και της κυριαρχίας της «Νέας Ρώμης», το οποίο θα γινόταν πραγματικότητα με τα «ότο μιλιόνι ντι μπαγιονέτε», τα οκτώ εκατομμύρια ξιφολόγχες… Οπως και να ‘χει, όλη αυτή η φασιστική αιματηρή φαντασίωση ήταν ένα μεγάλο κρίμα, μια πελώρια μελανή κηλίδα στον πολιτισμό ενός έθνους που «εφηύρε» την Αναγέννηση.
Τέλος πάντων. Πολλά έχουν γραφτεί λοιπόν για τον Μπενίτο, για την πολιτική και ιδεολογική του δράση και εξέλιξη, αλλά ελάχιστα για τον ίδιο, για την καταγωγή του. Από πού λοιπόν κρατάει αυτή η σκούφια του, η στολισμένη με φτερά;
Λοιπόν, ο Μπενίτο Αμιλκάρε Αντρέα Μουσολίνι γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1883 στην κωμόπολη Βαρνάνο ντέι Κόστα, ένα χωριό της βορειοανατολικής Ιταλίας, στην περιφέρεια του Φορλί της περιφέρειας Εμίλια-Ρομάνα. Ο πατέρας του, ο Αλεσάντρο Μουσολίνι, ήταν σιδηρουργός και η μητέρα του, η Ρόζα Μαλτόνι, ήταν δασκάλα. Το όνομά του, «Μπενίτο», που είναι υποκοριστικό του Μπενέντικτο («Benedicto» = ευλογημένος), του το έδωσε ο σοσιαλιστής πατέρας του, επειδή θαύμαζε τον πρόεδρο του Μεξικού Μπενίτο Χουάρες…
Οσο για την ετυμολογία του επωνύμου του, «Mussolini», υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, και λιγότερο πιθανή κατά τη γνώμη μου, είναι πως το μεσαιωνικό επώνυμο Μουσολίνι έχει τις ρίζες του στο εβραϊκό «Yaakov», Ιακώβ στα ελληνικά. Αυτό εκλατινίστηκε αρχικά ως «Jacobus» και από τις αρχές του Μεσαίωνα και μέχρι τον 11ο αιώνα ως «Jacomus».
Να πούμε πως από αυτό το βιβλικό όνομα έχουν παραχθεί πάνω από 70 διαφορετικοί τύποι ονομάτων και επωνύμων, που συναντώνται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες: από τα «James», «Jayume», και «Jamie», μέχρι το «Giacomo», το «Cominetto», το «Motto», το «Gimson» και το «Musso», από το οποίο, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ίσως να προέκυψε το Μουσολίνι.
Πάντως, το αστείο με αυτή την ετυμολόγηση του επωνύμου του είναι ότι ο ιδρυτής του «Partito Nazionale Fascista», του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, που πρέσβευε τον σοβινιστικό εθνικισμό και τον αντισημιτισμό, ίσως να είχε έστω και πολύ μακρινή, εβραϊκή καταγωγή…
Πιο πιθανή, ωστόσο, ετυμολόγηση του επωνύμου του είναι αυτή που θέλει το «Mussolini» να παράγεται από το «Moussola», αυτό το είδος λεπτού και αραιού υφάσματος από μαλλί, μετάξι ή βαμβάκι, που εμείς ονομάζουμε «μουσελίνα». Ο υφαντής, ο κατασκευαστής αυτού του υφάσματος, ονομαζόταν «Moussolino» – «Μοussolini» στον πληθυντικό.
Οπως συμβαίνει και με την ονοματοδοσία στον ελληνικό χώρο, μια μεγάλη κατηγορία επωνύμων είναι και αυτά που προκύπτουν από το επάγγελμα του γενάρχη της οικογένειας (π.χ. «Υφαντής» ή «Τσαγκάρης»). Ετσι και στην Ιταλία, που η απόκτηση ενός επωνύμου έγινε υποχρεωτική στην περίοδο μεταξύ 1000 και 1500, όταν οι πρόγονοι του Μπενίτο, οι υφαντουργοί της μουσελίνας, πήραν το οικογενειακό τους όνομα. Να πούμε πως σήμερα, το επώνυμο «Μουσολίνι» είναι μάλλον σπάνιο: το φέρουν μόνο λίγες οικογένειες στο νοτιοανατολικό μέρος της Εμίλια-Ρομάνα.
Οσον αφορά την καταγωγή της ίδιας της μουσελίνας, του υφάσματος από το οποίο προέρχεται το επώνυμο του Μπενίτο, να πούμε πως η μουσελίνα («Mousseline» στα γαλλικά) προκύπτει από τη Μοσούλη (Μosul) του Ιράκ, όπου οι Ευρωπαίοι έμποροι την εποχή της Αναγέννησης είδαν για πρώτη φορά αυτά τα αραχνοΰφαντα υφάσματα, τις μουσελίνες.
Ενας ευλογημένος απόγονος υφαντών μουσελίνας, λοιπόν, ο Μπενίτο Μουσολίνι, που τον έλεγαν και Ντούτσε. Το προσωνύμιο «Duce» σημαίνει αρχηγός, οδηγός, ηγέτης, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Η λέξη παράγεται από το λατινικό «dux, ducis», που σημαίνει «ηγεμόνας, αρχηγός», από το ρήμα «duco», δηλαδή άγω, οδηγώ. Στα ελληνικά η λέξη μεταφέρθηκε ως «δούκας». Ο δουξ είναι ο ευγενής στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη, αλλά και αξιωματούχος στο Βυζάντιο.
Ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε έναν άθλιο θάνατο, που ίσως και να του άξιζε: οι Ιταλοί παρτιζάνοι τον συνέλαβαν καθώς προσπαθούσε να διαφύγει στην Ελβετία, τον εκτέλεσαν, σε ηλικία 62 ετών, και τον κρέμασαν ανάποδα, στην κεντρική πλατεία του Μιλάνου, μαζί με την ερωμένη του, Κλαρέτα Πετάσι.
«H δημοσιογραφία οδηγεί παντού, αρκεί να την εγκαταλείψεις εγκαίρως», είχε πει κάποτε αυτός ο πρώην σοσιαλιστής, πρώην δάσκαλος, πρώην δημοσιογράφος και πρώην δικτάτορας της Ιταλίας – δεν ξέρω πόσο μακριά τον πήγε, αλλά τα στερνά του, ο τερματισμός της πορείας, μόνο καλά δεν ήταν.
