Περίπου εβδομήντα χρυσαυγίτες σηκώνονται και στέκονται προσοχή όταν ο Αρχηγός τους μπαίνει στη δικαστική αίθουσα. Απέναντί τους πάνω από εκατό άτομα σηκώνουν σημειωματάρια με τη φωτογραφία του Παύλου Φύσσα και το σύνθημα «6 χρόνια σιγά μη φοβηθώ».

Είναι μόνο όσοι χώρεσαν και μπόρεσαν να βρεθούν δίπλα στους γονείς του Παύλου, αφού δεκάδες άλλοι έμειναν εκτός δικαστηρίου παρ’ όλο που έφτασαν πριν από τις 8 το πρωί στο Εφετείο. Μπόρεσαν, ωστόσο, να ενώσουν τις φωνές τους στο μαζικό συλλαλητήριο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και να ζητήσουν την καταδίκη των δολοφόνων νεοναζί.

Στην ασφυκτικά γεμάτη δικαστική αίθουσα τα αστυνομικά μέτρα είναι πολύ αυστηρά όταν ο Μιχαλολιάκος παίρνει τη θέση του στο εδώλιο και αρχίζει να διαβάζει από το χαρτί που έχει μπροστά του τα πρώτα λόγια της απολογίας του.
Οι δημοσιογράφοι, περισσότεροι από κάθε άλλη φορά, και το κοινό διαμαρτύρονται ότι δεν ακούγεται και αυτό θα κρατήσει μέχρι το τέλος της απολογίας του, η οποία θα ολοκληρωθεί υπό την ανταλλαγή συνθημάτων των δύο πλευρών.

«Δολοφόνε», φωνάζει το κοινό και οι υποστηρικτές του Αρχηγού ανταπαντούν «Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή» και κάνουν τον ναζιστικό χαιρετισμό, αυτόν τον οποίο επιχείρησε να αρνηθεί ο Μιχαλολιάκος λέγοντας ότι δεν είναι ο επίσημος χαιρετισμός της οργάνωσης. Τις φωνές των χρυσαυγιτών πνίγει το σύνθημα «Ο Παύλος ζει, τσακίστε τους ναζί» που αντιλαλεί στον χώρο.

Ο Αρχηγός αποχωρεί από την πίσω πόρτα του Εφετείου, όπου λίγοι υποστηρικτές του φωνάζουν «άκου Αρχηγέ και άκου το καλά, ξεφτίλισες το σύστημα για ακόμα μία φορά». Αλλά ο Αρχηγός τους μόλις είχε ξεφτιλίσει τον εαυτό του, αφού επέλεξε να καρφώσει όλους τους συγκατηγορουμένους του μπας και σωθεί.
