Πριν από ένα χρόνο ξεκινούσε η εξέγερση των «κίτρινων γιλέκων» που υποχρέωσε τον Μακρόν σε άτακτη υποχώρηση.
Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πανστρατιά από απεργιακές κινητοποιήσεις, με αφορμή τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, που προεξοφλούνται ως παρόμοιες σε δυναμισμό και διάρκεια με το κύμα διαμαρτυρίας που παρέλυσε τη χώρα το τελευταίο τρίμηνο του 1995.
Οποια κι αν είναι η έκβαση της μάχης που αρχίζει σήμερα, ο Μακρόν θα εισπράξει μεγάλο πολιτικό κόστος, είτε με την επιβολή της μεταρρύθμισης με σκληρή καταστολή, είτε με το πάγωμά της.
Στην πρώτη περίπτωση θα αλλάξει μοιραία η ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ στη δεύτερη η κυβέρνηση θα χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και για το υπόλοιπο μισό της θητείας της θα διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις.
Με αλλά λόγια, η δυναμική αποδόμησης του μακρονισμού θα επιταχυνθεί σε μια στιγμή που ο πολιτικός ορίζοντας της Γαλλίας, με ιστορική ευθύνη του ενοίκου του Μεγάρου των Ηλυσίων, δείχνει το απόλυτο αδιέξοδο.
Το 2017 ο Μακρόν απορρόφησε το μεγαλύτερο τμήμα της εκλογικής βάσης των Σοσιαλιστών και δύο χρόνια αργότερα στις ευρωεκλογές της περασμένης άνοιξης διεμβόλισε την γκολική Κεντροδεξιά, το κόμμα των Ρεπουμπλικανών.
Ετσι διαμορφώθηκε ένα διπολικό πολιτικό και κομματικό σκηνικό από την παράταξη του Μακρόν LREM και από την Ακροδεξιά, τον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν, ένα τοπίο που στήριζε το εκβιαστικό δίλημμα του προέδρου ή εγώ ή η Λεπέν…
Ακόμη χειρότερα η προεδρική παράταξη LREM, που φιλοδοξούσε όταν ιδρύθηκε να αποτυπώσει την υπέρβαση της ιστορικής αντιπαράθεσης Αριστεράς-Δεξιάς σε ένα κεντρώο, φιλοευρωπαϊκό, προοδευτικό και αντιλαϊκιστικό κίνημα, έχει εξελιχθεί στην πράξη σε ένα φιλελεύθερο κεντροδεξιό μόρφωμα.
Οσο κι αν αυτό είναι δυσάρεστο ως διαπίστωση, η αποδόμηση του μακρονισμού με τα σημερινά δεδομένα είναι βέβαιο ότι θα δώσει δυναμική εκλογικής νίκης στη Λεπέν, η οποία δεν έχει παρά να υιοθετήσει την τακτική του ώριμου φρούτου.
Για πρώτη φορά μετά το 1936 η κοινωνική οργή και δυσαρέσκεια στη Γαλλία δεν φαίνεται να έχουν πολιτική διέξοδο.
