Η κριτική που ασκεί ο φίλος και συνάδελφος Νίκος Μουζέλης στο κείμενό μου με τον τίτλο «Προβληματισμοί για τον ύστερο λαϊκισμό», μου παρέχει την επιστημολογική δυνατότητα, αλλά και την πολιτικο-θεωρητική ευκαιρία, πρώτον, να διευκρινίσω σημεία της δικής μου θεωρητικής θέσης και δεύτερον, να αποσαφηνιστούν τα σημεία της διαφωνίας μας.
Η θεωρητική θέση μου για το πολιτικό φαινόμενο του λαϊκισμού συνοψίζεται σε δύο σημεία: το πρώτο λέει ότι ο λαϊκισμός είναι ένα σύστημα πολιτικού Λόγου (Diskurs) εν γένει με πολλές επιμέρους πτυχές και όψεις και δεν αναφέρεται μόνο στις σχέσεις κυβερνώντων και «λαού», όπως μέχρι σήμερα τονίζουν η έρευνα και η βιβλιογραφία. Ο Μουζέλης επ’ αυτού του ζητήματος γράφει: «Ο λαϊκισμός γενικά είναι μεν ένας “πολιτικός λόγος” αλλά όχι μόνον» και αναφέρεται στην οργανωτική δομή του η οποία «υποσκάπτει την αυτονομία των οργάνων στο κομματικό επίπεδο».
Εδώ, σ’ αυτό το σημείο διευκρινίζω ότι ο λαϊκισμός δεν εντάσσεται μόνον ως οργανωτική δομή στο κομματικό σύστημα. Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιώ και για τη σχέση αντιπροσώπευσης (δηλαδή για τον κοινοβουλευτισμό) ανάμεσα στους εκλέκτορες και τους κυβερνώντες. Δεν είναι μόνον οργανωτική δομή εντός του συστήματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Το δεύτερο σημείο της ανάλυσής μου αναφέρεται ακριβώς στη σύγχρονη μορφή του λαϊκισμού μετά τις τελευταίες ιστορικές εξελίξεις. Συνοψίζω και υποστηρίζω ότι ο λαϊκισμός στις μέρες μας δεν λειτουργεί ως απειλή κατά της δημοκρατίας, επειδή ο ίδιος έχει καταστεί αυτόνομο σύστημα «πολιτικού λόγου», το οποίο αντιπαρατίθεται προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία!
Ή ορθότερα υπάρχουν στο παγκόσμιο επίπεδο, επομένως και στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό πλαίσιο, δύο τύποι λαϊκισμού. Ο ένας έχει να κάνει με τον λαϊκισμό ο οποίος ως οργανωτική δομή (κατά τον Μουζέλη) επιδρά στη λειτουργία του κομματικού συστήματος και διαμορφώνει τελικά και το σύστημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ο άλλος τύπος είναι ο λαϊκισμός ως αυτόνομο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας του «πολιτικού λόγου» εν γένει. Στην περίπτωση αυτή έχουν ήδη, ιστορικά και πολιτικά, διαμορφωθεί δύο ανταγωνιστικά μοντέλα ή συστήματα «πολιτικού λόγου»: η αντιπροσωπευτική δημοκρατία της πολιτικής νεωτερικότητας και ο λαϊκισμός της ύστερης πολιτικής νεωτερικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του λαϊκισμού ως αυτόνομου συστήματος «πολιτικού λόγου», που έχει αντικαταστήσει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, είναι η περίπτωση της Ουγγαρίας (πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν).
Επειτα απ’ αυτές τις πολιτικο-θεωρητικές διευκρινίσεις μπορούμε σ’ ένα μετα-κριτικό επίπεδο να εξετάσουμε τις διαφορές ανάμεσα σε όσα υποστηρίζει ο Μουζέλης και σε όσα συμπεριλαμβάνονται στη δική μου θέση. Κεντρικός όρος της πολιτικο-θεωρητικής μας «διαμάχης» είναι η ιδέα του «ύστερου λαϊκισμού». Για τον Μουζέλη ιδιαίτερο βάρος στην «εννοιολόγησή» του (όπως γράφει χαρακτηριστικά) αποκτά η γενεαλογική-ιστορική εξέλιξη του φαινομένου από την εποχή των παραδοσιακών κοινωνιών μέχρι τις μέρες μας. Αναφέρεται μέχρι και στην εποχή του ancient régime, τότε δηλαδή που οι χωρικοί υπό την ηγεσία χαρισματικών ηγεμόνων εναντιώνονταν στους γαιοκτήμονες.
Υποστηρίζω ότι η εκάστοτε ιστορική εποχή για κάθε πολιτικό φαινόμενο έχει τις δικές της μεθόδους αντιμετώπισής του. Η δική μας λοιπόν ιστορική εποχή της παγκοσμιοποίησης αντιμετωπίζει τη σύγχρονη εκδοχή του λαϊκισμού με τα δικά της μέσα. Δηλαδή και τα διανοητικά (πνευματικά) και τα υλικο-τεχνικά. Σ’ αυτό το σημείο επισημαίνω ότι ο διάλογος ανάμεσα στον Μουζέλη και σε μένα υπηρετεί αυτόν, ακριβώς, τον πολιτικό στόχο: να επινοηθούν, επιτέλους, οι «έννοιες» (κατά Χέγκελ), οι οποίες υποστασιοποιούν την ίδια την πραγματικότητα. Τι εννοώ μ’ αυτό;
Εννοώ, ότι το όνομα «ύστερος λαϊκισμός» μπορεί να τοποθετείται στην ιστορική αλληλουχία, αλλά δεν δηλώνει τίποτε σε σχέση με τη δομή, τη λειτουργία και τελικά την πολιτική εφαρμογή του λαϊκισμού στις μέρες μας. Επιμένω στην παραδειγματική αναφορά μου στον Ορμπαν, ο οποίος ως ηγέτης «δημοκρατικού συστήματος» εντάσσεται σ’ αυτό που ονομάζω λαϊκισμός ως αυτόνομο, σε σχέση προς την αντιπροσώπευση (δημοκρατία), σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας του «πολιτικού λόγου» και ερωτώ τον κορυφαίο επιστήμονα Νίκο Μουζέλη το εξής: Ο όρος τον οποίο προτείνει, «ύστερος λαϊκισμός», αναφέρεται στα δομικά και συγκροτησιακά χαρακτηριστικά της λαϊκιστικής άσκησης της πολιτικής εξουσίας από έναν σύγχρονο Ευρωπαίο ηγεμόνα;
Η απάντηση και της εμπειρίας και του λόγου (των δύο πηγών της γνώσης) είναι η εξής: η ιστορικο-χρονολογική ονομασία δεν δηλώνει απολύτως τίποτε σε σχέση με το «πολιτικό συμβάν» της εποχής μας, δηλαδή με τον λαϊκισμό. Μία τελευταία επισήμανση είναι η εξής: ο λαϊκισμός της εποχής μας [είτε ονομαστεί «ύστερος» (Μουζέλης) είτε «επιτελεστικός» όπως προτείνω στο αρχικό κείμενό μου] συγκροτεί τη νέα πολιτική κατάσταση παγκοσμίως. Εξάλλου το φαινόμενο «η δημοκρατία σε κρίση» είναι η άλλη όψη του ίδιου προβλήματος.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
