Το στοίχημα να συμφωνήσουν οι 27 μετά από μια διετή διάσκεψη για το μέλλον της Ευρώπης σε μια Ε.Ε. πιο ενωμένη και κυρίαρχη είναι με τα σημερινά δεδομένα αναντίστοιχο με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, συσχετισμούς και ισορροπίες.
Προφανώς Παρίσι και Βερολίνο συμφώνησαν ότι η φυγή προς τα εμπρός, προς τη συνολική διαπραγμάτευση, έχει μικρότερο κόστος από την ευρωπαϊκή ακινησία, την οποία ακολουθεί η δυναμική της αποδόμησης των κεκτημένων.
Από μόνη της η συνολική διαπραγμάτευση για το μέλλον της Ευρώπης που προτείνει το γαλλογερμανικό non paper λειτουργεί σαν έξοδος κινδύνου, σαν δίχτυ ασφαλείας απέναντι στην απειλή που συνιστά ο ακροδεξιός αντιευρωπαϊκός λαϊκισμός.
Η διετούς διάρκειας ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση προσδοκάται προφανώς να δυσχεράνει τη στρατηγική κατάκτησης της εξουσίας από τον Σαλβίνι και τη Λέγκα στην Ιταλία και από τη Λεπέν και τον Εθνικό Συναγερμό στη Γαλλία και να οριοθετήσει τη δυναμική διόγκωσης της Εναλλακτικής για τη Γερμανία.
Ο κίνδυνος να διαπιστωθεί ότι η γαλλογερμανική πρόταση είναι αυτό που στην άλλη ακτή της Μάγχης περιγράφουν ως «πολύ λίγο, πολύ αργά» είναι υπαρκτός. Η προοπτική μιας συνολικής διαπραγμάτευσης για το μέλλον της Ε.Ε. δεν πρόκειται να εκτονώσει τη συσσωρευμένη ετερόκλητη κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια στη Γαλλία, που ήδη υπόσχεται έναν σκληρό χειμώνα για τον Μακρόν. Ούτε να ανακόψει τη δημοσκοπική κατάρρευση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, που διογκώνει τα ποσοστά της Λέγκας η οποία ως αντιπολίτευση μονοπωλεί την αμφισβήτηση του πολιτικού κόσμου και φιλοδοξεί να επανέλθει ενισχυμένη στην εξουσία.
Σε ένα πολύ πιο κανονικό κλίμα, η πρόταση του τότε υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας, Φίσερ, την άνοιξη του 2000, στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, για μετεξέλιξη της Ε.Ε. σε Ομοσπονδία, κατέληξε στη μινιμαλιστική Συνθήκη της Λισαβόνας το 2007.
Σήμερα, και μετά το Brexit, η γαλλογερμανική πρωτοβουλία επανεκκίνησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα αμφισβητηθεί από ένα ευρύ μέτωπο μινιμαλιστών που ήδη συναποτελούν οι τέσσερις του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία και Σλοβακία) και οι οκτώ του Βορρά (Ολλανδία, τρεις Βαλτικές, Σουηδία, Δανία, Φινλανδία και Ιρλανδία).
