ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ερση Δάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Αγαπητή για την τρυφερή θηλυκότητά της και πολυβραβευμένη για το δραματικό, κωμικό, αλλά και μουσικοχορευτικό της ταλέντο σε ταινίες όπως «Το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς»(2001), «Σικάγο» (2002), «Επιστροφή στο Cold Mountain» (2003), η Ρενέ Ζελβέγκερ αποχώρησε το 2009 από το Χόλιγουντ ανάμεσα σε φήμες για ψυχολογικά προβλήματα, υπερκόπωση και ακραίες πλαστικές εγχειρήσεις. Εμφανίστηκε όμως πάλι, ανανεωμένη, το 2016.

Λεπτή και γυμνασμένη όπως τη θυμόμαστε, όμορφη και ευγενική, γλυκιά, σαν να μην την έχει αγγίξει ο χρόνος, λες κι έκανε κι αυτός διάλειμμα μαζί της. Πέρα από την εμφάνισή της, ωστόσο, η ηθοποιός φαίνεται έτοιμη πάλι να αδράξει την προσοχή του κοινού, ενώ οι κριτικοί προβλέπουν πάλι δάφνες για τον ρόλο της ως Τζούντι Γκάρλαντ στην ταινία «Τζούντι», σε σκηνοθεσία του Ρούπερτ Γκουλντ (υποψήφιος για Τόνυ φέτος για το «Ink»), που ήδη προβάλλεται στις αίθουσες.

Η Γκάρλαντ βρίσκεται στη δύση της καριέρας της, το 1968. Είναι 47 ετών, είναι αλκοολική, εθισμένη στα χάπια, η φωνή της έχει χάσει κάτι από τη δύναμή της, αλλά επιμένει να δουλεύει όσο ο κόσμος την αποζητά… Η επιλογή της Ζελβέγκερ για τον ρόλο της θρυλικής ντίβας, εξάλλου, είναι εύστοχη για έναν απλό αλλά βασικό λόγο: ότι και οι δύο έχουν υπομείνει πληγές από το δίκοπο μαχαίρι της διασημότητας.

• Είναι θλιβερό να βλέπεις μια γυναίκα που παγιδεύεται μέσα στον δρόμο που διάλεξε η ίδια από διάφορες πιέσεις από το περιβάλλον για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά της. Νιώθετε κάποιο βαθμό ταύτισης με την Τζούντι Γκάρλαντ;

Ναι, σε κάποιο βαθμό, γιατί είμαι μια γυναίκα στο Χόλιγουντ, όπου η εμφάνιση είναι πάντα θέμα δημόσιας συζήτησης και περιέργειας. Οχι όμως στον βαθμό που θα αντιμετώπιζε κάποια ηθοποιός σαν τη Μέριλιν Μονρόε, η οποία είχε να κάνει με συγκεκριμένες προσδοκίες του κοινού κάθε φορά που έβγαινε από το σπίτι της.

Η Μέριλιν έπρεπε να μείνει στο ζενίθ της ομορφιάς και του γκλάμουρ, με τον ίδιο τρόπο που στην Τζούντι Γκάρλαντ δεν επιτρεπόταν να ξεπέσει από το απόγειο της καριέρας της το 1939. Επρεπε να ακολουθεί τις οδηγίες αυτών που γνώριζαν την αγορά, ενώ βρισκόταν σε συνεχή σύγκριση με άλλες σταρ που ήταν ψηλότερες και πιο εντυπωσιακές από αυτήν. Μπορώ μόνο να φανταστώ το άγχος που θα της προκαλούσε το γεγονός ότι δούλευε στη σκιά του φόβου. Για τον λόγο αυτό δεν εξετάζω την καριέρα μου, προτιμώ να μην ξέρω τίποτα.

• Ταυτόχρονα η Τζούντι Γκάρλαντ ήταν γεννημένη για τη σκηνή και την οθόνη. Το νιώθετε κι εσείς αυτό, πως δεν θα μπορούσατε να είχατε κάνει αλλιώς;

Είναι λίγο διαφορετική η δική μου περίπτωση γιατί οι περισσότερες από τις εμπειρίες μου δεν περιλαμβάνουν ζωντανή επαφή με το κοινό. Συνεργάζομαι με ένα συνεργείο, μια ομάδα ανθρώπων τους οποίους νιώθεις σαν μέλη της οικογένειάς σου ή συνωμότες. Συχνά έχω αισθανθεί ότι ο αληθινός κινηματογραφιστής είναι το κοινό, ενώ εμείς όλοι μοιραζόμαστε την κρυφή στιγμή όπου φέρνουμε ένα δημιούργημα στη ζωή.

Αυτή η σχέση με τους συνεργάτες έχει σημασία για μένα, γιατί μέσα από αυτήν ξεθάβονται απαραίτητοι θησαυροί. Αυτό αντιλαμβάνομαι όταν δουλεύω. Δεν ξέρω αν γεννήθηκα γι’ αυτό αλλά είναι βασικό μέρος της ζωής και της ευτυχίας μου.

• Πείτε μας για τη δύσκολη μεταμόρφωσή σας σε Τζούντι Γκάρλαντ. Ποια ήταν η πρώτη αντίδραση όταν είδατε το πρόσωπό σας στον καθρέφτη;

Από την αρχή είχα την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα συλλογικό πείραμα, όπου μια ομάδα ανθρώπων θα προσπαθούσαν να βρουν τις λεπτομέρειες που θα συνέβαλλαν στο «ζωντάνεμα» της Τζούντι Γκάρλαντ. Ετσι έγινε με την Τζέινι Τεμίμ με τα κοστούμια, τον Τζέρεμι Γούντχεντ και τον Ρομπ Κρέιφερ με το μακιγιάζ, τον συνθέτη Γκαμπριέλ Γιάρεντ, τους παραγωγούς των τραγουδιών ή τον Αντριου Κίνεϊ που έπαιζε πιάνο ενώ εμείς κάναμε πρόβες…

Δεν υπήρξε μια στιγμή που είπα «α, να, το βρήκα», αλλά πάντα αισθανόμουν ότι βρίσκαμε λύσεις όλοι μαζί… Ομολογώ πως όταν το πρόσωπό μου ήταν γεμάτο προσθετικά, μου άρεσε πολύ. Οσο πιο μακριά από τον εαυτό μου, τόσο πιο αυθεντικός μού φαίνεται ο χαρακτήρας μου.

Στο τέλος, όμως, ο Ρούπερτ Γκουλντ, ο σκηνοθέτης, αποφάσισε ότι δεν ήθελε την απομίμηση αλλά αυτό που θα οδηγούσε στην κατανόηση. Γι’ αυτό και προτίμησε να αφήσει το πρόσωπό μου να φανεί με όλες τις ρυτίδες και τις εκφράσεις μου. Την εκτίμησα πολύ την επιλογή του αυτή.

• Καμιά φορά είναι δύσκολο για τις γυναίκες να βρουν τη δύναμη της φωνής τους. Εχετε νιώσει έτσι;

Ναι, συμφωνώ, εμείς οι γυναίκες πολλές φορές δεν συνειδητοποιούμε τις παραχωρήσεις που κάνουμε προκειμένου να μη διαταράξουμε την κατάσταση ή προκειμένου να ευχαριστήσουμε και να φανούμε γενναιόδωρες. Το πρόβλημα είναι ότι αναγνωρίζουμε τη δυσκολία μας αυτή εκ των υστέρων. Το περίεργο ήταν πως με την εξάσκηση της φωνής μου για την ταινία, χρειάστηκε να ανοίξω όχι μόνο τις φωνητικές χορδές, αλλά και την ψυχή μου.

Πρόκειται για μια πραγματικά συναισθηματική διαδικασία. Δεν το ήξερα πως δεν είχα μιλήσει σε χαμηλούς τόνους για πολύ καιρό κι αυτό ήταν μάλλον μια ένδειξη συσσωρευμένων συναισθημάτων. Κάτι που αισθανόμουν μέσα μου σαν κόμπο που δεν ήθελε να λυθεί. Οταν όμως άρχισε να λύνεται, ξέσπασα σε ανεξήγητο κλάμα.

Αργότερα συνέχισα τις ασκήσεις χωρίς να διερωτώμαι πια το πώς και το γιατί μέχρι που ένιωσα ελαφριά, αέρα και χώρο μέσα μου… Δεν είχα καταλάβει ώς τώρα τη σύνδεση της φωνής με την καρδιά, το συναίσθημα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο δώρο που μου έδωσε η εμπειρία αυτή, μια ευλογία που ξεπερνάει τα λόγια, μια ανεκτίμητη αποκάλυψη που με βοηθά να προχωρώ μπροστά.

• Η Τζούντι Γκάρλαντ καταστράφηκε από τη βιομηχανία του θεάματος. Πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμα σήμερα ο φόβος αυτός ειδικά για μια γυναίκα ηθοποιό;

Οι γυναίκες της γενιάς μου έχουν μεγαλύτερη αυτονομία και ικανότητα να επηρεάζουν την πορεία της καριέρας τους. Οταν κάτι σε κάνει να μην αισθάνεσαι άνετα μπορείς να διαμαρτυρηθείς και να αρνηθείς να το κάνεις, ενώ δεν ξέρω αν οι γυναίκες της γενιάς της Τζούντι αισθάνονταν το ίδιο ή αν τις άκουγε κανείς.

• Ποια είναι η σημασία της επιτυχίας για σας;

Οταν πραγματικά αγαπάς αυτό που κάνεις, όταν ας πούμε είσαι συγγραφέας, η χαρά σου βρίσκεται στη δημιουργία. Μπορεί ακόμα να πάρεις και κάποιο βραβείο για τη δουλειά σου, αλλά δεν είναι αυτό που σου δίνει τη χαρά.

Γιατί ακόμα κι αν δεν σε προσλαμβάνουν σε μεγάλες εταιρείες και δεν σου δίνουν δουλειές, εσύ δεν θα σταματήσεις να γράφεις κι έτσι η χαρά μένει δική σου. Το ίδιο και με την επιτυχία… Επιτυχία είναι να μπορείς να πληρώνεις τους λογαριασμούς σου ώστε να μπορείς να κάτσεις με την πένα, τη γραφομηχανή, τον υπολογιστή σου και να ζεις μέσα σ’ αυτό που σου δίνει χαρά.