Η βράβευση του Αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας πυροδότησε έντονες αντιδράσεις. Η Ενωση Θυμάτων Πολέμου στη Βοσνία, την επομένη κιόλας, ζήτησε από τη σουηδική επιτροπή την ανάκληση του βραβείου ενώ με πλειάδα αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκδηλώθηκαν η απαρέσκεια και συχνά η οργή για τη βράβευση του Χάντκε.
Βασικό επιχείρημα κατά της βράβευσής του είναι η θέση που είχε πάρει ο Χάντκε στο Γιουγκοσλαβικό. Μνημονεύονται, έτσι, φιλοσερβικές δηλώσεις του συγγραφέα και κυρίως η προκλητική άρνησή του της σφαγής στη Σρεμπρένιτσα. Μετατοπίστηκε, έτσι, η συζήτηση από το έργο αυτό καθεαυτό στην πολιτική στάση του συγγραφέα και επανήλθε στο προσκήνιο το παλαιό ερώτημα κατά πόσον αποτιμώντας το έργο ενός πνευματικού ανθρώπου μπορούμε να παρακάμπτουμε τις θέσεις του στον δημόσιο βίο και την Ιστορία. Πόσο μπορεί και αν πρέπει να αυτονομηθεί το έργο από τη δημόσια, πολιτική λειτουργία του δημιουργού του.
Ενας συγγραφέας με ευρεία, παγκόσμια αναγνώριση είναι βέβαιο πως οτιδήποτε πει έχει εκ προοιμίου ιδιαίτερη βαρύτητα. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δικαιούμαστε να είμαστε πιο αυστηροί με τους πνευματικούς ταγούς. Δεν τους επιτρέπουμε ολισθήματα γιατί οι ίδιοι έχουν θέσει τον πήχη ψηλά. Κανείς δεν μπορεί να μπει στο μυαλό του Χάντκε όταν υπερασπιζόταν τον Μιλόσεβιτς. Αποπειρώμαι, ωστόσο, να εντάξω την προκλητική παρέμβασή του στα συμφραζόμενα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας σε όλη τη Δυτική Ευρώπη την περίοδο της γιουγκοσλαβικής κρίσης, όχι με πρόθεση υπεράσπισής του αλλά κυρίως για να φωτιστεί αυτή η παρέμβαση από μία διαφορετική οπτική γωνία.
Κάθε κριτικός λόγος αρθρώνεται σε σχέση με τον εκάστοτε κυρίαρχο λόγο. Ο κυρίαρχος, λοιπόν, λόγος στην κοινή γνώμη, την πολιτική, τον Τύπο στο δυτικοευρωπαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο τοποθετούνταν ο Χάντκε ήταν η απόλυτη δαιμονοποίηση των Σέρβων που έφτανε ώς την ταύτιση του Μιλόσεβιτς με τον Χίτλερ, για να μνημονεύσω γιγαντοαφίσες με τα πορτρέτα των δύο ανδρών πλάι πλάι, που πλημμύρισαν ένα πρωί ολόκληρο το Παρίσι. Αντιστοίχως, στην Ελλάδα ο κυρίαρχος λόγος δομούνταν γύρω από έννοιες όπως το «ορθόδοξο τόξο» και μια ρητορική συμπυκνούμενη στο δόγμα «τα αδέρφια μας οι Σέρβοι».
Ο κριτικός λόγος είναι ένας αιρετικός λόγος. Είναι αυτός που εναντιώνεται στις αυτονόητες αλήθειες. Κάπως απλουστευτικά: Αν ήσουν τότε στη Δ. Ευρώπη και ήθελες να σταθείς κριτικά απέναντι στον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο ήσουν φιλοσέρβος, αν ήσουν στην Ελλάδα ήσουν αντισέρβος. Δικαιώνει αυτή η παρατήρηση τις δηλώσεις του Χάντκε; Προφανώς και όχι. Ερμηνεύει, όμως, τη διατύπωσή τους μέσα σε μια ιστορική προοπτική που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Το βέβαιο είναι, σε κάθε περίπτωση, ότι το μέγεθος της εκτίμησης και της αναγνώρισης του έργου ενός πνευματικού ανθρώπου πολλαπλασιάζει την ευθύνη του για κάθε δημόσια παρέμβασή του. Υπάρχουν πολλών ειδών καταχρήσεις εξουσίας.
