Μ’ ΕΝΑ ΛΕΥΚΟ ΜΑΝΤΙΛΙ τον αποχαιρετάμε από την προκυμαία με δικούς του στίχους, όπως αρμόζει στους μεγάλους· τον Νάνο Βαλαωρίτη εννοώ που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πλήρης ημερών και βιωμάτων, καταλείποντας σπουδαίο έργο, και κηδεύεται αύριο στις 11 το πρωί, στο Α’ Νεκροταφείο:
ΕΡΗΜΙΑ Η μεγάλη εκείνη ερημιά το ρίγος που πιάνει τα τοπία/ όταν ο ήλιος χάνεται, σα μια γυναίκα που την πιάνουνε τα/ κλάματα όταν απομακρύνεται ο εραστής που αγάπησε τόσο/ παράφορα, σαν το καράβι που σαλπάρει με αγαπημένα/ πρόσωπα, ενόσω εμείς στεκόμαστε στην προκυμαία και/ χαιρετάμε μ’ ένα λευκό μαντίλι, κι από τα μάτια μας κυλούν τα δάκρυα,/ κι όλα παίρνουν μια γεύση αλλόκοτη, καθώς μπήγεται/ σιγά σιγά στο στήθος ένας κοχλίας, και στ’ άσπρα πλακάκια/ και στα μαύρα όπου πατούν τα πόδια μας και στον ουρανό,/ όπου πετάνε τα πουλιά. (Η τιμωρία των μάγων, 1947)
ΕΚΠΛΗΞΗ Δεσπόζει στο λόφο της καρδιάς η ιδέα/ ότι θα ’μαστε για πάντοτε κλεισμένοι εδώ/ γι’ αυτό παράγγειλα να ’ρθει ο κλειδαράς/ να ’ρθει αυτός ο μασκαράς να χτίσει/ τον άνεμο και τη βροχή επάνω στη σκεπή/ παράγγειλα να ’ρθει μια ράφτρα/ με βελόνα και κλωστή να ράψει/ εμένα στο κρεβάτι μου/ τη μύγα στο ταβάνι/ τη λάμπα στο χαρτί/ τα λόγια μες στο στόμα/ και του ήλιου την ανταύγεια/ στα πυρρόξανθα μαλλιά της. (Ηλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης, 1996)
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ για τον Κωσταντίνο Ν. Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων/ βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων/ με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια/ νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς/ με τα ψευδολογήματά τους/ με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις/ σα ρούχα που κρέμονται από σκοινί/ βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός/ δε μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.// Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη/ απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα/ θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού/ αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε/ στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος/ ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει./ Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος/ στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα/ να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας/ που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του/ απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;// Με τον Ερμή για γραφομηχανή/ γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις/ έρχεσαι εδώ να δρέψεις/ τους καρπούς του Ελδοράδο/ και σου μένει ο χρόνος ρέστος/ Δυτικά του Κολοράντο.// Είμαι ένας μετατοπισμένος/ στα πλάτη της άλλης ηπείρου/ κάνω βόλτες πάνω κάτω πέντε επί δεκάξι μέτρα/ και περιμένω γράμματα/ για να διασχίσω τα γεράματα.// Εχω μια μικρή σκυλίτσα/ που την ονομάζω Λίτσα/ που χαίρεται όταν με βλέπει/ να ετοιμάζω μια βαλίτσα/ για να πάω στο Κολοράντο/ να διαβάσω ποιήματα/ με τον ποιητή Κορράντο.// Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε/ που όλο πίνε πίνε/ και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι/ σου άναψα ένα καντήλι/ στην καρδιά μου. (Ανιδεογράμματα, 1996)
