ΣΥΝΗΘΙΖΩ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΙΔΕΥΩ κατά καιρούς –με αμφότερες τις ερμηνείες του ρήματος, όπως το πάρει κανείς– με στίχους μειζόνων και ελασσόνων ποιητών μας και διαπιστώνω ενεός πως επτά συναπτά έτη τώρα έχω παραλείψει να αναφερθώ σε έναν από τους λατρεμένους μου. Ομιλώ για τον Νίκο Εγγονόπουλο, εκ των βασικών εκπροσώπων της γενιάς του ’30 και των εισηγητών του παρ’ ημίν υπερρεαλισμού. Διορθώνω το ανεπίτρεπτο σφάλμα με στίχους από την πρώτη του συλλογή «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν» (1939). Ιδού:
ΑΜΑΖΟΝΕΣ Η «ωραία Μαρίκα η Πολίτισσα» ήτο η μόνη αναδεκτή του Πάπα Ιννοκεντίου του VIII. Αυτός ήτο τότε μικρό παιδί, ίσως μάλιστα και να μην είχε γεννηθεί ακόμη. Εκείνη ήτο ήδη πανδρεμένη, σύζυγος του εξ ηγεμονικού οίκου Αρτάβαζου Σφυρικτρόπουλου, ανεψιού —επ’ αδελφή— του Νώε. Ομως, το έγκλημα τούτο δεν ημπορούσε να μείνη χωρίς σκληράν τιμωρίαν, προς παραδειγματισμόν. Πράγματι, αμέσως από της επομένης, εδόθη διαταγή εις ικανόν αριθμόν πλοίων να πλεύσουν εσπευσμένως προς τας Καναρίους Νήσους και τας νήσους Φΐτζιι, με τον σκοπόν να περισυλλέξουν όσο τον δυνατόν περισσοτέρας νεφέλας, χειμερινά ψεύδη, λησμονημένας αναμνήσεις, θανάσιμα αμαρτήματα και βελόνας φωνογράφου, ίσως αγγλικής κατασκευής. Τα περί ου ο λόγος πλοία ήσαν εν όλω 7 τον αριθμόν, δηλαδή: 4 σακολέβες, 12 πρεγαντίνια, 2 βασιλικοί ντονανμάδες και μία πεθαμένη αρρεβωνιαστικιά. Ο στόλος επέρασεν λίαν πρωί κάτω από το παράθυρό μου. Εψαλλε ύμνον ωραιότατον, αλλά κάπως θλιμμένον και μελαγχολικόν. Ενθυμούμαι ακόμη και τώρα, αμυδρά βέβαια, τον σκοπόν: ήτο πολύ ανώτερος από χτύπημα κουδουνιού, αλλά πάντως κατώτερος από σκούπα.
ΤΕΛ – ΑΒΙΒ Η Ελεωνόρα/ η χρυσή κόρη/ έπαιζε άρπα/ με τα ωραία/ λευκά της/ χέρια/ από την άρπα/ όμως/ δεν ακουγότανε/ ήχος κανείς/ όλη η μουσική ήτανε/ μέσα/ στα έμορφά της μάτια/ ανάμεσα/ στα πράσινά της τα μαλλιά/ από την άρπα/ όμως/ βγήκαν/ το ένα κατόπιν του άλλου/ ένα πουλί/ μια πλάκα πράσινο σαπούνι/ κι’ ένα/ σίδερο/ του σιδερώματος/ −από τα κοινότατα−/ αυτά ακριβώς/ που οι Ζυγιώται/ ονομάζουν/ εν ώρα καταιγίδας/ Ars Amantis.
ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ Ξέρω ότι/ αν είχα/ μια φορεσιά/ ένα φράκο/ χρώματος πράσινο ανοιχτό/ με μεγάλα κόκκινα σκοτεινά λουλούδια/ Αν στη θέση της/ αόρατης/ αιολικής άρπας που μου χρησιμεύει/ για κεφάλι/ είχα μια τετράγωνη πλάκα/ πράσινο σαπούνι/ Ετσι που ν’ ακουμπά/ απαλά/ η μια της άκρη/ ανάμεσα στους δυο μου ώμους/ Αν ήτανε δυνατό/ ν’ αντικαταστήσω/ τα ιερά σάβανα/ της φωνής μου/ με την αγάπη/ που έχει/ μια μεταφυσική μουσική κόρη/ για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής/ Ισως τότες/ μόνο τότες/ θα μπορούσα να πω/ τα φευγαλέα οράματα/ της χαράς/ που είδα κάποτες/ σαν ήμουνα παιδί/ κοιτάζοντας ευλαβικά/ μέσα στα στρογγυλά/ μάτια/ των πουλιών.
