ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κ. Καλλωνιάτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε κυβερνητική αλλαγή η οποία συνοδεύεται από εκλογική αυτοδυναμία και είναι μάλιστα φορέας ενός φιλόδοξου αναπτυξιακού προγράμματος, όπως είναι η περίπτωση με την κυβέρνηση της Ν.Δ., προκαλεί αισιοδοξία και δημιουργεί προσδοκίες για κάτι καλύτερο στην πορεία της οικονομίας. Το γεγονός αυτό χαιρέτισαν, σχεδόν αυτόματα, οι χρηματαγορές με την άνοδο των αξιών σε μετοχές και ομόλογα.

Είναι, δε, απολύτως λογικό και θεμιτό η νέα κυβέρνηση να θέλει να χτίσει κλίμα εμπιστοσύνης πάνω στις πρώτες θετικές αυτές αντιδράσεις της αγοράς, κεφαλαιοποιώντας με τη στάση της ένα είδος «ενάρετου κύκλου» στην οικονομία. Γι’ αυτό και σωστά βιάζεται να επιδείξει ετοιμότητα, αποφασιστικότητα και ικανότητα διαχειριστικής αντίδρασης στους τομείς της νομοθέτησης και των μεταρρυθμίσεων από τα πρώτα της βήματα.

Οταν, όμως, παρασύρεται από τη μέθη της εκλογικής νίκης και στην προσπάθεια τόνωσης του κλίματος εμπιστοσύνης καλλιεργεί –με τη βοήθεια των μίντια (π.χ. «Ενας θησαυρός στα χέρια του Μητσοτάκη»)– υπερβολικές προσδοκίες για τις δυνατότητες και προοπτικές της οικονομίας, τότε κινδυνεύει να διαψευσθεί άσχημα από την πραγματικότητα, δυναμιτίζοντας έτσι και τον στόχο της επιδιωκόμενης αναπτυξιακής ώθησης.

Η επισήμανση αυτή γίνεται γιατί τα δεδομένα στην οικονομία και στις αγορές δεν επιτρέπουν παρόμοια αισιοδοξία.

Παρά την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος το α’ 3μηνο 2019, οι εξελίξεις σε άλλα μέτωπα της οικονομίας προκαλούν προβληματισμό.

Συγκεκριμένα, στο α’ 4μηνο:

α. οι εξαγωγές αγαθών σημειώνουν ετήσια άνοδο μόλις 4,4% έναντι 13,6% την ίδια περίοδο πέρσι,

β. μειώνονται οι τουριστικές αφίξεις φέτος, κάτι που εξηγεί και τη μείωση της μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα τον Ιούλιο (Εργάνη) με το αρνητικό ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων κατά 14.691 θέσεις εργασίας,

γ. η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα υποχωρεί 13% έναντι αύξησης 10,3% το ίδιο διάστημα πέρσι,

δ. οι ξένες άμεσες επενδύσεις σημειώνουν ετήσια κάμψη 12,2% έναντι αύξησης 231% πέρσι την ίδια περίοδο. Τέλος, στο α’ 5μηνο 2019 ο όγκος λιανικού υποχωρεί 1,3% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 1,5% το ίδιο διάστημα πέρσι.

Προσδοκίες, εμπιστοσύνη και οικονομική πραγματικότητα

Σαν να μην έφταναν τα αρνητικά αυτά σημάδια, η οικονομική επιβράδυνση που παρατηρείται στην Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία δεν φαίνεται να αφήνει ανεπηρέαστη μέχρι στιγμής και την Ελλάδα (βλ. διάγραμμα 1).

Μολονότι, δε, αναμένεται κάποια επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο υπόλοιπο του 2019 ως αποτέλεσμα της υλοποίησης εκκρεμών επενδύσεων και της ώθησης από την κυβερνητική αλλαγή, θα ήταν σφάλμα να εκλάβουμε ως δεδομένη την επενδυτική εκτίναξη και τον διπλασιασμό του ρυθμού ανάπτυξης που κυβέρνηση και μίντια έχουν προδικάσει με πυξίδα την άνοδο των αγορών.

Δεν είναι τυχαίο που διεθνείς οργανισμοί και τράπεζες προβλέπουν μόνο οριακή άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης το 2020 κι αυτό υπό όρους. Η δε από καιρό αναμενόμενη αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τη Fitch τελικά δεν ήλθε (τη διατήρησε στο ΒΒ- εκτιμώντας ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους, οι αδύναμες προοπτικές ανάπτυξης και τα «κόκκινα» δάνεια φρενάρουν την υψηλότερη αξιολόγηση, ενώ σταθερές διατήρησε και τις προοπτικές της οικονομίας) περιμένοντας τόσο χειροπιαστά δείγματα γραφής από την κυβέρνηση όσο και την αποτύπωση των επιπτώσεων των αρνητικών διεθνών εξελίξεων στην ελληνική οικονομία.

Συγχρόνως, η Moody’s σε έκθεσή της εκτιμά πως η Ελλάδα ενδέχεται να παραμείνει η χώρα με την πιο αργή ανάπτυξη ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ενωσης.

Στις συνθήκες αυτές, το να ποντάρει η κυβέρνηση στην εμπιστοσύνη των αγορών απέναντι στην οικονομία για να πείσει τους δανειστές να συμφωνήσουν με τις φοροελαφρύνσεις (βλ. δήλωση πρωθυπουργού «αφού μας εμπιστεύονται οι αγορές, γιατί να μη μας εμπιστευτούν και οι θεσμοί;») αποτελεί μάλλον ματαιοπονία. Γιατί η «ψήφος εμπιστοσύνης» που έδωσαν οι επενδυτές με την έκδοση του 7ετούς ομολόγου και τη μείωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε ιστορικά χαμηλά, στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί μια απλή προσωρινή επιβεβαίωση της αισιοδοξίας που προκάλεσε η κυβερνητική αλλαγή και η οποία μένει να δοκιμαστεί στην πράξη.

Στην πραγματικότητα, όμως, η ψήφος εμπιστοσύνης αφορά μόνο την ευμετάβλητη αγορά ελληνικών μετοχών η οποία –επειδή ήταν εξόχως υποτιμημένη– τελευταία ξεχώρισε κάπως από την ευρωπαϊκή αγορά.

Προσδοκίες, εμπιστοσύνη και οικονομική πραγματικότητα

Στην αγορά κρατικών ομολόγων δεν μπορούμε να μιλάμε για ψήφο εμπιστοσύνης, αφού η βελτίωση των ομολογιακών αποδόσεων ήταν ανάλογη αυτής των ευρωπαϊκών (βλ. διάγραμμα 2) και η ετήσια μείωση των spreads στο α’ εξάμηνο περιορίστηκε στις… 7,5 μονάδες βάσης. Η δε στροφή των επενδυτών στα κρατικά ομόλογα (με αντίστοιχη έξοδο-διόρθωση στις μετοχικές αξίες) δεν είναι αποτέλεσμα αυξημένης αλλά μειωμένης εμπιστοσύνης στις προοπτικές της παγκόσμιας και κατ’ επέκταση της ελληνικής οικονομίας.

Εχουμε, δηλαδή, μια ιστορικά πρωτοφανή κατάσταση στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, ιδιαίτερα στην ευρωζώνη, όπου οι αρνητικές αποδόσεις υποδηλώνουν ότι οι επενδυτές είναι πλέον πρόθυμοι να πληρώσουν ορισμένες κυβερνήσεις (π.χ. Γερμανία, Ολλανδία) για να διαφυλάξουν τα χρήματά τους.

Με την ευρωπαϊκή οικονομία κοντά στην ύφεση και τον εμπορικό και νομισματικό πόλεμο ΗΠΑ-Κίνας σε πλήρη εξέλιξη, οι αγορές αναμένουν περαιτέρω μείωση επιτοκίων και αποδόσεων. Τέτοια είναι η απελπισία για προσφυγή στα «ασφαλή περιουσιακά στοιχεία» που ο χρυσός κερδίζει 23% σε ετήσια βάση και χώρες όπως οι Αυστρία, Βέλγιο και Ιρλανδία έχουν πουλήσει 100ετή χρεόγραφα.

Καθώς, δε, είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουμε λογικές οικονομικές προβλέψεις για λίγους μήνες, πόσο μάλλον για έναν αιώνα, αυτό υποδηλώνει ένα ορισμένο είδος συλλογικής απελπισίας (ή τρέλας) που τώρα καταλαμβάνει τις αγορές ομολόγων.

Η ελληνική κυβέρνηση βλέπει «ψήφο εμπιστοσύνης» στην οικονομία από την άνοδο των ομολογιακών αποδόσεων, τη στιγμή που τροφοδότης τους είναι η απελπισία των επενδυτών. Βλέπει εγχώρια εκτίναξη επενδύσεων, αλλά θέλει να αγνοεί την εκκολαπτόμενη καταιγίδα στην παγκόσμια οικονομία. Αντί πολύ συγκρατημένης αισιοδοξίας, πλειοδοτεί σε προβλέψεις για θετικές ανατροπές και «επαναστάσεις».

Την ίδια ώρα που η διεθνής ύφεση και ο πόλεμος καραδοκούν. Με τέτοια μυωπική στάση, όμως, κινδυνεύει η μεν ίδια να διαψευστεί οικτρά, η δε οικονομία να πισωγυρίσει πάλι. Απαιτείται αφύπνιση. Τώρα.