Κανένα «μεγάλο κείμενο» δεν θα είχε γραφτεί αν «οι λέξεις στο χαρτί» δεν επιχειρούσαν να προκαλέσουν, να διευρύνουν και τελικά να τροποποιήσουν την εμπειρία και τη γνώση μας για την πραγματικότητα. Καμιά λέξη στο χαρτί δεν θα ήταν άξια να επιβιώσει αν δεν μας έπαιρνε από το χέρι και δεν μας έφερνε αντιμέτωπους με την ιστορική στιγμή που μας λαχαίνει και τα ερωτήματα που αυτό το κινούμενο στοίχημα μπροστά στην ομορφιά και στην ασχήμια δίποδο πλάσμα αενάως γεννά.
Τούτον τον Αύγουστο (ανάμεσα σε τόσα άλλα) ο πλανήτης ξημέρωσε με την είδηση του θανάτου της Τόνι Μόρισον. Για τη λογοτεχνική ανθρωπότητα χάθηκε μια (κυριολεκτικά) τεράστια μορφή. Για τον δικό μου μικρόκοσμο χάθηκε μια πατρίδα…
Κανείς και καμιά δεν είχε δικαίωμα να γράφει τόσο καλά. Κανείς και καμιά δεν είχε το δικαίωμα να συγκινεί τόσο. Κανείς και καμιά δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τόσο πυκνά, τόσο εξαιρετικά την αλληγορία για να μιλήσει για τη φυλή της, για το φύλο της, για την πόλη της, για την τάξη της, ξεπερνώντας τα για να μιλήσει στο τέλος για μας και για τη γη μας…
Κανείς και καμιά δεν είχε το δικαίωμα να σου κόβει κυριολεκτικά την ανάσα, όχι από βία ή από τη χυδαιότητα του μίσους, αλλά από τον απίστευτο λυρισμό που ξέπλενε ως ωκεανός τις σκοτεινές από την αληθινή ιστορία μας σελίδες.
Γιατί αν το σκεφτούμε η «ιερότερη» λειτουργία της γραφής είναι να μπαίνει σφήνα στις κυρίαρχες ρητορικές δίνοντας φωνή σε όσους δεν έχουν. Κι η Μόρισον, ιέρεια του ανίερου, αποηρωοποίησε τη λευκή αστική Αμερική φωτίζοντας μια υπαρκτή, δύσκολη κι αγαπημένη άλλη που ξεβόλευε και τα δικά μας στερεότυπα γι’ αυτήν.
Κανείς και καμιά δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί μια τόσο πυκνή γραφή που έπρεπε κυριολεκτικά να παραμερίσεις τα κλαδιά και τα αγριόχορτα της πολυδαίδαλης ανθρώπινης ιστορίας για να βρεις και να πάρεις έναν χώρο ανάσας. Και όμως. Το έκανε η ίδια. Η Τόνι Μόρισον. «Η Αγαπημένη». Εκανε γιογιό ένα ολόκληρο φυλετικό, έμφυλο, ταξικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο, όντας 10πλάσια καλή για να πάρει Νόμπελ (εκκινώντας στη ζωή ως προλετάρια, μαύρη και γυναίκα) τις δεκαετίες που το Νόμπελ είχε σοβαρότητα μεγάλη και ουσιαστικότερο ανταγωνισμό. Σε έναν κόσμο (κακά τα ψέματα, κι αυτό περιλαμβάνει κι εμάς και τους φίλους μας) μετριοτήτων υπήρξε Εξαιρετική. Πώς να την ευχαριστήσεις. Πώς να την αποχαιρετήσεις… Αλλά δεν χρειάζεται. Θα βρίσκεται πάντα εδώ. Στο ράφι της βιβλιοθήκης σου. Και θα συνομιλεί μαζί σου στα δύσκολα. Ως το Τέλος.
