Στο βαγόνι του Ηλεκτρικού στο απέναντι κάθισμα ήταν μια συνεπιβάτης, που ο Μποστ, όπως κάποτε σχεδίασε την Ανεργίτσα βασισμένος στη Σουρπουίτσα, την κόρη του Καραγκιόζη, η συγκεκριμένη γυναίκα θα του ενέπνεε το σκίτσο ώριμης (σε αντιδιαστολή με το «νέας») νεοναζίστριας, περήφανης για την καταγωγή της, έτοιμης να εφορμήσει σε κατάλυμα μεταναστών.
Από τα πιο στρυφνά πρόσωπα που έχω δει στη ζωή μου! Δύσκολα πάντως, με σημερινούς όρους, θα την ονόμαζες «γυναίκα της διπλανής πόρτας». Αν την είχα γειτόνισσα, θα άλλαζα σπίτι, και μόνο για λόγους αισθητικής.
Παχιά προς υπέρβαρη. Καμιά εξηνταριά χρονώ, τσιμπημένα. Βαμμένο κόκκινο μαλλί έως απεριποίητο. Μάτι με κακά προηγούμενα, ακόμα και έτσι όπως ήταν προσηλωμένο, σε όλη τη διαδρομή, στο κινητό αφής. Φόρεμα βαμβακερό αμάνικο, μαύρο, με οριζόντιες φαρδιές διαγραμμίσεις το πάνω μέρος: μαύρες και γκρι, με πιο φαρδιά φάσα κόκκινη στο στήθος· ψηλό ντεκολτέ.
Παπούτσια, ανασηκωμένες παντόφλες, ψηλή σόλα, φελλού, ασημί δερματίνη στολισμένη με ένθετα, μαύρα και γυαλιστερά σταυρουδάκια, τύπου τευτονικού (ανεστραμμένες πυραμίδες), φτηνιάρικα υπερθετικού βαθμού. Νύχια ποδιών (και χεριών) ασημί.
Αρχισα να την παρατηρώ από το λαιμό της· εκεί πρωτόπεσε το βλέμμα μου, στο σταυρό που είχε περασμένο σε ασημί αλυσιδάκι: τευτονικός, ασημί περίγραμμα, μαύρο φόντο. Σκουλαρίκια, ασημί χαλκαδάκια, μάλλον διακριτικά.
Δαχτυλίδια, στο δεξί χέρι: ένα φο παρακμής, με μεγάλο «ρουμπίνι» περιτριγυρισμένο από «διαμαντάκι» ασορτί με το τίποτα στον παράμεσο, και στο μικρό δάχτυλο, ένας, ασημί και αυτός, μαίανδρος. Στον δεξιό καρπό, μαύρο βραχιολάκι δερμάτινο σε σχήμα πλεξούδας. Ουδέν επί δακτύλων σύμβολον ενδεικτικόν εγγαμίας. Μόνο η μαύρη τσάντα στα γόνατα ήταν εκτός κλίματος· κανονική, κρεμαστή.
Φτώχεια; Μα δεν έθεσα το ζήτημα ταξικά. Τότε θα πηγαίναμε πολύ μακριά. Τευτονικοί σταυροί και μαίανδροι δεν είναι σύμβολα ευημερίας. Αντιθέτως…
