Τα κύματα έρχονται και πάνε, δύο μέτρα από κει που σκάει η θάλασσα. Κάθε φορά που φεύγουν τραβάνε μαζί τους άμμο, βότσαλα, κοχύλια. Την άλλη στιγμή τ’ απιθώνουν εκεί στην άκρη. Απλωμένα, σαν πραμάτεια πλανόδιου πραματευτή.
Οταν πάει να πέσει ο ήλιος, η θάλασσα ησυχάζει, ηρεμεί. Πάνω σε μαύρη άμμο και βότσαλα σκουρόχρωμα. Τούτα είναι τα ηφαιστειακά υπολείμματα της περιοχής. Οταν πρωτοδείς αυτά τα μέρη δεν τα δέχεσαι. Θέλεις ξανθιά την άμμο, πολύχρωμα τα βότσαλα. Εστω κι αν είναι ένα περιτύλιγμα της υγρής επιφάνειας που έχεις μπροστά σου.
Πώς να εκτιμήσεις σωστά κάτι που το έχεις, το δέχεσαι ολοχρονίς; Οσο και να γυρίζουμε, όσο και να φύγουμε προς την ενδοχώρα του νησιού, η αλμύρα της έρχεται. Η αλισάχνη της μιας πλευράς του νησιού ενώνεται με αυτή της άλλης. Εχουν δίκιο όταν μας μακαρίζουν οι στεριανοί, οι άνθρωποι των πόλεων. Ευτυχώς ζούμε μακριά, έχουμε αυτή την τεράστια θαλασσινή αγκάλη ανάμεσά μας.
Βάζω στη θάλασσα το βαρκάκι από φλούδα πεύκου, παίζω μαζί με τα παιδιά. Ομορφο το να κάθεσαι κατάγιαλο. Φτιάχνεις σπίτια, πύργους, λίμνες. Οσα υλικά θες γύρω σου: άμμος, βότσαλα, αχιβάδες, ξύλα, φύκια. Κι αν χαλάσουν τα χτισίματά σου, δεν πειράζει, αύριο φτιάχνεις άλλα. Είναι παιδιαρίσματα τούτα ή όχι; Αλλά και τα χτισίματα των μεγάλων υλικά της γης είχαν: πέτρες και βότσαλα, πηλό, καλάμια, φύκια. Οσο ευτελή κι αν είναι κάποια, ακόμα σώζονται μερικά, αν δεν τα πείραξε ανθρώπου χέρι.
Μπροστά μου ανοίγεται η τεράστια αγκαλιά της θάλασσας. Στο ένα μου χέρι το ακρωτήρι Πετεινός. Ανάμεσα όλο βράχια, άγρια γης. Λίγο ‘μερεύει στις δύο Τσιχράντες, τη μεγάλη και τη μικρή. Μετά η αμμουδιά της Πέτρας και στο άλλο χέρι οι κροκάλες της Μήθυμνας. Αλλά η θαλασσινή αγκαλιά γυρίζει, είναι διπλή. Ερχεται από απέναντι, απ’ τη Μικρά Ασία. Απ’ τον μυχό του Αδραμυτιού, το Μπεχράμ, και απλώνεται ώς τον φάρο του Μπαμπά. Δύο αγκαλιές κι ανάμεσά τους το υγρό στοιχείο. Μια αιώνια ερωμένη. Ολων όσοι την επιθυμούν, γιατί εκείνη τους δέχεται, τους αγκαλιάζει όλους.
Πέφτω μέσα της, λίγο πριν χαθεί ο ήλιος. Νιώθω να απλώνομαι σε όλη την έκτασή της. Τα μέλη μου, το καθένα χωριστά, πάνε σε κάποια αμμουδιά. Η χαλάρωση τα κάνει να αποχωρίζονται από το υπόλοιπο σώμα. Απλώνομαι στην επιφάνειά της, με νανουρίζει, με παρασέρνει. Ξυλάρμενος, λίγα μέτρα από την ακροθαλασσιά. Α! και να μπορούσα να γυρίσω πίσω, στα πρώτα χρόνια που τη γνώρισα!
*συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
